Εθνικιστική τύφλωση: Με τον Αντετοκούνμπο ή τον Τσιτσιπά;


Ο αθλητισμός, στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, αναλύεται σε πολλές περιπτώσεις ως ένα μέσο πολιτικής επιβολής. Από τον Χίτλερ, που μέσα από τις αθλητικές επιτυχίες στόχευε στην τόνωση της αυτοπεποίθησης των πληγωμένων από τον Α'ΠΠ Γερμανών, μέχρι τον Μεταξά και την χρήση του αθλητισμού επικουρικά για τον έλεγχο της νεολαίας, οι πρακτικές μπορεί να διαφέρουν αλλά το σκεπτικό παραμένει αναλλοίωτο. 

Η ανάγκη μιας πολιτισμικής συλλογικότητας να επιβεβαιώσει το θετικό αίσθημα για την αυτοταυτότητά της και να συνεχίσει να τρέφει μια θετική αυτοεικόνα, οδηγεί σε εθνικιστικού τύπου τοποθετήσεις. Δεν θεμελιώνεται λογικά μια συλλογικότητα να αισθάνεται ότι αποκτά αίγλη και σεβασμό, χάρη στο καθαρά ατομικό επίτευγμα ενός μέλους της. Είναι λογικό να αισθάνεται χαρά για το μέλλον της, είναι παράλογο όμως να αισθάνεται αυξημένη χαρά και περηφάνια για την συλλογική της ταυτότητα. 

Αντί οι πολιτικοί να εστιάζουν στα σημαντικά στοιχεία αυτών των επιτυχιών, όπως λόγου χάρη θα ήταν ο θαυμασμός για την σκληρή δουλειά του αθλητή, αντιθέτως εστιάζουν στο μεγαλείο της έθνους, που εκπροσωπούν. Αντί να εστιάζουν στο μήνυμα, που μπορεί ένας αθλητής να στείλει με την επιτυχία του, όπως το “ευ αγωνίζεσθαι” ή “τα καλά κόπεις κτώνται”, γίνεται προσπάθεια αυτοπροβολής με εύηχα, αλλά κενά και επικίνδυνα λόγια.

Πηγή: Rosa