"Ο Ιρλανδός": Το τολμηρό αριστούργημα του Σκορσέζε


Καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνεις (και) όταν οι αγαπημένοι σου σκηνοθέτες αρχίζουν να κάνουν τον απολογισμό τους. Αυτό ακριβώς κάνει ο Μάρτιν Σκορσέζε στον «Ιρλανδό» του, βασισμένο στο βιβλίο τεκμηρίωσης του Τσαρλς Μπραντ «I Heard You Paint Houses», διασκευασμένο αριστοτεχνικά και με καμουφλαρισμένη τόλμη από τον Στίβεν Ζέιλιαν. Απολογισμό για το πώς, εδώ και κοντά πέντε δεκαετίες, αποτυπώνει στην οθόνη τον υπόκοσμο του αμερικανικού οργανωμένου εγκλήματος, με τέτοια οικειότητα και πάθος ώστε να τους θεωρούμε όλους συγγενείς μας.
Ο Σκορσέζε (και, φυσικά, ο σταθερός στις τελευταίες τρεις ταινίες του διευθυντής φωτογραφίας Ροντρίγκο Πριέτο) δηλώνει τις προθέσεις του από το πρώτο του πλάνο: ένα σταθερό κάδρο στην είσοδο ενός οίκου ευγηρίας, με φωτισμένο το βάθος όπου η μια πόρτα διαδέχεται την άλλη, σκοτεινούς τους τοίχους αριστερά και δεξιά στο προσκήνιο, ένα πλαστό τετράγωνο κάδρο academy που ορίζει την «αρχή» στο ’50 και που ανοίγει αργά, μόνο με το φως και την κίνηση της κάμερας, διανύοντας, τόσο απλά και ήσυχα, δεκαετίες τέχνης, ζωής, μνήμης και… ηθικών αναμετρήσεων.
Αφηγητής είναι ο Φρανκ Σίραν, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, που μιλά σε κάποιον, σε κανέναν ή στην κάμερα κι εξιστορεί τη ζωή του: ως «καθαριστής» της μαφίας, με μέντορα τον Ράσελ Μπαφαλίνο του Τζο Πέσι, από εκεί προστάτης του αρχι-συνδικαλιστή και διαφορετικού μαφιόζου Τζίμι Χόφα, ένας απλός, «μικρός» άνθρωπος που, κάποια στιγμή, κλήθηκε να διαλέξει σε ποιον από τους δύο άνδρες που θαύμασε και τον καθόρισαν θα έδειχνε την υπέρτατη πίστη – και διάλεξε, με τίμημα.
Η ιστορία γυρίζει πίσω, στα πρώτα βήματα του Φράνκι στην καριέρα του και στην οικογένειά του: το περιβάλλον είναι αυτό των «Καλών παιδιών», ο Φρανκ Σίραν είναι ο ήρωας που σ’ εκείνη την ταινία ποτέ δεν είχε χώρο ή χρόνο: χαμηλού προφίλ, «εκτελεστής» και όχι decision maker, ένας συνηθισμένος άντρας που πίστεψε σε μια πατρική φιγούρα, σ’ έναν κώδικα τιμής, κι έζησε τόσα πολλά χρόνια ώστε να προλάβει να τα δει να ξεφτίζουν.
Η αλλαγή των εποχών, η εξέλιξη της ιστορίας γίνεται όχι μόνο με τους ηθοποιούς που «ξανανιώνουν» ψηφιακά (πράγμα που, στα γνώριμα πρόσωπά τους, συνηθίζεις στο δευτερόλεπτο, εκτός απ’ αυτά τα αλλόκοτα μπλε μάτια του Ρόμπερτ Ντε Νίρο), αλλά κυρίως με τον ήχο –τη διαδοχή του μονολόγου και των διαλόγων, την αδιάκοπη μουσική στο πρώτο μέρος της ανόδου, τη σιωπή στο δεύτερο, το αναγκαστικά επίπεδο– και με τη φωτογραφία, στο πρώτο μέρος να θυμίζει την επικίνδυνη ζεστασιά του «Νονού», στο δεύτερο πεζή, ρηχή, σαν μια ζωή που στερήθηκε λάμψη. Και μ’ αυτά τα εμβληματικά μονοπλάνα του Σκορσέζε που σ’ ένα γύρισμα δηλώνουν τον κόσμο και τον κάνουν να αλλάζει.
Με μια ιστορία παραπάνω από απλή, ο Σκορσέζε και η μοντέζ του Θέλμα Σκουνμέικερ κάνουν μια ταινία… κυβιστική, μια αφήγηση που δίνει όλους τους χρόνους, τις εξελίξεις και τις ανθρώπινες αντιδράσεις ταυτόχρονα: το χιούμορ και την τραγωδία μαζί, το έγκλημα και την τιμωρία μαζί. Ο «Ιρλανδός» έχει τη γοητεία του σκοτεινού σύμπαντος του Σκορσέζε, αλλά το πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω, χωρίς να δώσει στον θεατή του επιλογή.
Περιγράφει τον κόσμο του, σε κάνει, όπως πάντα, να τον λατρέψεις με κομμένη ανάσα, αλλά φτάνει και στο «μετά», εκεί όπου θρηνείς ανθρώπους και τρόπους ζωής που χάθηκαν για πάντα, προτού η συνείδησή σου προλάβει να κρίνει τι ακριβώς είναι αυτό που θρηνεί: ο θάνατος; η πίστη; μια μικρή ζωή, με μεγάλη ευθύνη, που τελείωσε «μικρά»;
Γι’ αυτήν του την ταινία, που μοιάζει με επίλογο του έπους που έχτισε με το σινεμά του (αλλά δεν είναι – ο αεικίνητος Σκορσέζε έχει ήδη τουλάχιστον δύο ταινίες και δύο σειρές στα σκαριά), ο σκηνοθέτης επιστρατεύει τη δική του «οικογένεια». Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ κάνει τόσα περάσματα όσα επιτρέπει ένα σπασμένο χαμόγελο. Ο Τζο Πέσι αποδεικνύεται ξανά, μετά από χρόνια, απλώς συγκλονιστικός, με μια ερμηνεία συγκρατημένη, αλλά όπου το κάθε βλέμμα, η κάθε σιωπή, η κάθε «τυχαία» λέξη προμηνύουν θεϊκή μήνη (κι οι οσκαρικές υποψηφιότητες γι’ αυτή τη θεαματική παραγωγή του Netflix δεν σταματούν να προστίθενται).
Ο Αλ Πατσίνο παίζει σαν Αλ Πατσίνο αλλά προλαβαίνοντας, ανάμεσα στη νευρώδη ενέργεια και τις φωνές, να σταθεί απέναντί μας, ακουμπώντας σ’ ένα παράθυρο αυτοκινήτου, και να στοχαστεί στιγμιαία και μελαγχολικά για την ανθρώπινη προδοσία. Η Ανα Πάκουιν καταφέρνει έναν άθλο, είναι η κόρη του Φρανκ Σίραν, με το ευθύ βλέμμα που κοιτάζει και δικάζει και φέρνει τον πατέρα της αντιμέτωπο με την ενοχή που ήδη γνωρίζει, σχεδόν χωρίς λόγια, μόνο με τα μάτια και μια ερώτηση, σε όλη την ταινία, που δεν χρειάζεται καν απάντηση.
Μέσα σ’ αυτή την τεράστια πολυτέλεια της υποκριτικής, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, έστω με παγωμένα μπλε μάτια, θυμίζει τον καλό εαυτό του, την ώριμη εκδοχή ενός «Ταξιτζή», ενός «Οργισμένου ειδώλου», ενός πρωταγωνιστή που έγινε για να υπηρετεί το όραμα του Σκορσέζε και που, όχι μόνο σ’ ολόκληρη τη βραδυφλεγή, επώδυνη και τόσο καθαρτική ταινία, αλλά κυρίως σε μια σκηνή, σ’ ένα τηλεφώνημα που κυλά μόνο με ψελλίσματα, εξηγεί, βροντερά, γιατί είναι ακόμα ένας ηθοποιός που κρατά την πατέντα της εσωτερικής δύναμης που ασφυκτιά σε μια σπαρακτική συστολή.
Κι ακόμα περισσότερο, ο Ντε Νίρο μεταφέρει, διακριτικά και γι’ αυτό αφοπλιστικά, την πεποίθηση ότι μ’ αυτόν τον ρόλο, στην ταινία αυτού του σκηνοθέτη, σ’ αυτήν εδώ τη χρονική στιγμή, κάνει μια τεράστια συναισθηματική επένδυση, ότι έχει έναν σύνδεσμο με τον Φράνκι του που λειτουργεί κι αυτός σαν απολογιστική ματιά σε όσα έκανε κι όσα θα μπορούσε ακόμα να έχει κάνει αν το είχε επιλέξει.
Ο «Ιρλανδός» είναι ένα πάρτι – και ο απόηχός του. Είναι ένα γλέντι της ιταλοαμερικανικής μαφίας και το άδειο σπίτι που αφήνει αργότερα, με τα ριγμένα αντικείμενα στο πάτωμα. Είναι σέξι και εθιστική, ώσπου να γίνει δυσκίνητη και, μαζί, ευσυγκίνητη. Είναι μεγάλη και αργή, αλλά με αιτία και νόημα. Μια συνάντηση με κάποιον που αγαπάς, που λαχταράς να δεις και σου φαίνεται λίγο γερασμένος, λίγο κουρασμένος – και μαζί του ξεκινάς ένα ταξίδι για να ξαναθυμηθείς τη γοητεία του και τη σοφία του κι όσα έκανε για σένα.
Γιατί μ’ αυτή την ταινία του, την πιο ήρεμη απ’ όλες, ο Μάρτιν Σκορσέζε θυμίζει πώς μπορεί, μόνο εκείνος, τους τρωτούς ήρωές του να τους χρίζει βασιλιάδες ή να τους τιμωρεί με βουτιές στην πυρωμένη κόλαση, χωρίς να χάνουν τον αισθησιασμό τους ή τη χαρακτηριστικά αμφιλεγόμενη ετικέτα του ημίθεου. Πώς κάνει σινεμά αγκαλιάζοντας με τα χέρια του κι ανακατεύοντας και ξαναρίχνοντας τα ζάρια όλων των εργαλείων που του προσφέρονται κι ανακαλύπτοντας παραλλαγές των ίδιων συνδυασμών. Πώς, τελικά, ο χρόνος πέρασε από πάνω του και τι άφησε πίσω του. Ο χρόνος είναι εκείνος που καλεί αυτόν τον απολογισμό κι ο χρόνος δεν βιάζεται. Αποζημιώνει για την υπομονή.
Πηγή: ΕφΣυν