Ασφαλιστικό Βρούτση: 7 σημεία-φωτιά εις βάρος νέων, εργαζομένων και συνταξιούχων


Το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο «γκρεμίζει» την εργασία και τη δημόσια ασφάλιση. 
Αφορά περίπου 1 εκατομμύριο μισθωτούς, 1,4 εκ. μη μισθωτούς, 1 εκατομμύριο συνταξιούχους με περισσότερα από 33 χρόνια ασφάλισης και περίπου 250.000 δικαιούχους επικουρικών συντάξεων που είχαν µειώσεις το 2016, με τη μεγάλη πλειοψηφία όλων των κατηγοριών να βγαίνει ζημιωμένη. 
Επτά σημεία-κλειδιά:
1. Μόνο δύο κατηγορίες συνταξιούχων ευνοούνταιΣτο νομοσχέδιο θεσπίζονται ούτε λίγο ούτε πολύ πέντε κατηγορίες συνταξιούχων από τις οποίες μόνο οι δύο είναι σίγουρο ότι θα δουν αυξήσεις στα ποσά που πιστώνονται στους λογαριασμούς τους. Ακόμα κι αυτές οι κατηγορίες θα δουν αυξήσεις στα όρια του πληθωρισμού, που δεν θα ξεπερνούν το μέσο ετήσιο πληθωρισμό για τον οποίον οι προβλέψεις είναι ότι θα παραμείνει γύρω στο 1%. 
2. Μη κοστολογημένες αυξήσεις: Όλες αυτές οι λογιστικές ή αυξήσεις δεν έχουν κοστολογηθεί επίσημα. Στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ΛΚ δεν υπάρχει αναφορά για το δημοσιονομικό κόστος των αυξήσεων στις κύριες συντάξεις λόγω της προβλεπόμενης αύξησης των ποσοστών αναπλήρωσης, αλλά και της επαναφοράς των επικουρικών συντάξεων στο επίπεδο του Μαΐου 2016. =
3. Αντικίνητρα εργασίας για τους νέους: Ένα αμφιλεγόμενο ακόμη μέτρο του νέου ασφαλιστικού είναι τα πριμ που δίνονται εφεξής για τους συνταξιούχους που συνεχίζουν την εργασία τους. Με το νόμο Κατρούγκαλου σε περιπτώσεις συνταξιούχων που εργάζονταν καταβάλλονταν το 40% της σύνταξης. Με το νόμο που κατατέθηκε στην Βουλή το ποσοστό της σύνταξης που θα καταβάλλεται αν ο ασφαλισμένος συνεχίζει την εργασίας του θα φτάνει το 70%. 
Λόγω της πληθυσμιακής γήρανσης τα κίνητρα για την παράταση του εργασιακού βίου είναι μια λύση που δίνεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα όμως που το ποσοστό ανεργίας παραμένει μακράν το υψηλότερο εντός της ΕΕ (φτάνει ακόμη το 17%) η διατήρηση σε θέσεις εργασίας συνταξιούχων είναι μάλλον αντικίνητρο για την πρόσληψη νεώτερων εργαζομένων για τους οποίους οι εργοδότες θα πρέπει να καταβάλλουν και εργοδοτικές εισφορές.
4. Μη αναλογικότητα για τις εισφορές μη μισθωτών: Οι νέες εισφορές για επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους δύναται να είναι οι ίδιες για εκείνον που βγάζει 8.000 ευρώ και για εκείνον που βγάζει 80.000 ευρώ. Από την πλήρη αναλογικότητα του νόμου Κατρούγκαλου, ο νέος νόμος αφήνει στην επιλογή των ασφαλισμένων ποιο κλιμάκιο εισφορών θα αποφασίσουν να καταβάλλουν.
5. Υψηλότερες εισφορές για το 85% των μη μισθωτών. Με βάση τα δεδομένα του νόμου Κατρούγκαλου, το 85% όσων είχαν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα είχαν υποχρέωση καταβολής της ελάχιστης ασφαλιστικής εισφοράς των 185 ευρώ. Οι ίδιοι ασφαλισμένοι με το νέο νόμο χωρίς να έχουν αυξήσει τα εισοδήματα τους θα πρέπει να πληρώσουν 210 ευρώ. Όταν η εισφορά για το 85% των υπόχρεων ήταν 185 ευρώ, περίπου το 50% αδυνατούσε να καταβάλλει εισφορές. Ποιος και γιατί περιμένει ότι με την νέα εισφορά των 210 ευρώ η εισπραξιμότητα θα αυξηθεί;
6. Το βάρος στους μισθωτούς πλήρους απασχόλησης: Με την πλήρη απαλοιφή κάθε έννοιας αναλογικότητας για τις εισφορές των μη μισθωτών, το πρόσθετο κόστος διατήρησης της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού αφού δεν προκύπτουν από το νόμο νέα έσοδα στο σύστημα θα επωμιστούν οι μισθωτοί πλήρους απασχόλησης. Ακόμη και μετά τις σχεδιαζόμενες μειώσεις εισφορών οι καταβολές των μισθωτών θα είναι αναλογικές ενώ των μη μισθωτών θα είναι κατ επιλογήν .
7. Κυμαινόμενη, μη δευσμευτική η 13η σύνταξη: Η 13η σύνταξη που ήταν δέσμευση γίνεται με το νέο νομοσχέδιο ένα ποσό κυμαινόμενο. Πιο συγκεκριμένα ορίζεται ότι ένα ποσό που θα φτάνει στο 0,5% του ΑΕΠ κάθε χρονιάς θα καλύπτει και τις οποίες ανάγκες για αναδρομικά αλλά και την ανάγκη για τη στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων. Συνεπώς ανάλογα με τις ανάγκες για αναδρομικά θα ορίζεται και το επιπλέον βοήθημα για τις χαμηλότερες συντάξεις.
Μαζικές κινητοποιήσεις σε όλη την Ελλάδα
Χιλιάδες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι διαμαρτυρήθηκαν την Τρίτη στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις της Ελλάδας ενάντια στο νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, που κατέθεσε η κυβέρνηση τη Δευτέρα στη Βουλή, συμμετέχοντας στην 24ωρη απεργία που προκήρυξαν η ΑΔΕΔΥ, τα Εργατικά Κέντρα Αθήνας-Πειραιά και το ΠΑΜΕ απεργία ζητώντας παράλληλα αυξήσεις στις συντάξεις έναντι των μεγάλων περικοπών που έχουν υποστεί οι συνταξιούχοι από το 2010, και υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας.