Απολιγνιτοποίηση χωρίς σχέδιο: Τι θα γίνει με τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους;


Εδώ και πολλές δεκαετίες, η Δυτική Μακεδονία ζει από τον λιγνίτη. Ζει, αλλά δυστυχώς και πεθαίνει από αυτόν. Ο πληθυσμός της περιοχής, οι 7.000 εργαζόμενοι, οι οικογένειές τους και χιλιάδες άλλοι που βιοπορίζονται από τη λειτουργία των μονάδων της ΔΕΗ και τα λιγνιτωρυχεία πληρώνουν βαρύ τίμημα σε αυξημένους καρκίνους, πνευμονοπάθειες και άλλα νοσήματα που προκαλεί η καύση του λιγνίτη, οι αέριοι ρύποι, τα μικροσωματίδια που πνίγουν τις ανάσες τους. Φυσικά και σε εργατικά ατυχήματα, που είναι στην ημερήσια διάταξη.
Εργαζόμενοι και κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας, όπως και της Μεγαλόπολης, είναι οι πρώτοι που θα ενδιαφέρονταν να απαλλαγούν από το ρυπαρό καύσιμο, που ανήκει πλέον στην ενεργειακή προϊστορία. Αλλά το ερώτημα είναι πώς, με ποιους όρους και με ποιους ρυθμούς θα απαλλαγούν. Και αυτοί και ολόκληρη η χώρα, που έχει πολλά πλεονεκτήματα στροφής σε καθαρές μορφές ενέργειας.
Το σχέδιο «δίκαιης μετάβασης» που παρουσίασε πρόχειρα η κυβέρνηση, έχει γίνει ήδη κραυγαλέος ευφημισμός. Ούτε οι πόροι που διατίθενται είναι επαρκείς ούτε τα μέτρα που παρουσίασε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας –από την εθελούσια έξοδο υπαλλήλων μέχρι τη δημιουργία φωτοβολταϊκού πάρκου στην περιοχή– συγκροτούν ένα συνεκτικό, νέο παραγωγικό μοντέλο για την περιοχή, της οποίας το 40% του ΑΕΠ τροφοδοτείται από τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ. Η βίαιη επίσπευση του λουκέτου, χωρίς ουσιαστικό εναλλακτικό σχέδιο, είναι συνταγή φτωχοποίησης και κοινωνικής ερημοποίησης της περιοχής.
Η σύγκριση με τον οδικό χάρτη άλλων χωρών είναι καταλυτική. Η Γερμανία, που έχει επιλέξει τη διπλή απεξάρτηση από την πυρηνική ενέργεια και από τον λιγνίτη, δεν βιάστηκε να συντομεύσει το χρονοδιάγραμμα πλήρους διακοπής της χρήσης του και ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα «αποζημίωσης» 40 δισ. ευρώ για τα τέσσερα κρατίδια που θα εγκαταλείψουν την παραγωγή λιγνίτη και λιθάνθρακα.
Φυσικά, η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία. Αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, επειδή δεν έχει την ισχύ και τον πλούτο της, θα έπρεπε να προωθήσει, αντί του επικίνδυνου «ηλεκτροσόκ» που επέλεξε η κυβέρνηση, ένα ρεαλιστικό, ομαλό και κοινωνικά δίκαιο σχέδιο μετάβασης.
Ο λιγνίτης πράγματι πέθανε ως καύσιμο, όπως λέει ο υπουργός, αλλά οι άνθρωποι που μέχρι σήμερα ζουν από αυτόν πρέπει να επιβιώσουν.