Το κίνημα είναι κάτι ευρύτερο από τις οργανώσεις και τις τάσεις του


Το «Ω, λε φιλαλάκο» είναι κάτι παραπάνω από ένα βιβλίο, είναι η ζώσα ιστορία της «ζωηρής Αριστεράς» από τη Μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας. Μια πολύ όμορφη και συναρπαστική δουλειά απο τον Νίκο Γιαννόπουλο.

Συνέντευξη στη Ντίνα Δασκαλοπούλου.

Διαβάζοντας τον «Φιλαλάκο» είχα την αίσθηση ότι είμαστε βράδυ στην πλατεία, πίνουμε μπίρες και λέμε ιστορίες. Είναι ένα βιβλίο που ντοκουμεντάρει μια ολόκληρη εποχή, αλλά χωρίς να χάνεται στη νοσταλγία.
Αν κι έχω γράψει πολύ στη ζωή μου, δεν σκεφτόμουν να γράψω βιβλίο. Μέσα από ορισμένες συγκυρίες, ένιωσα ότι το όφειλα στον εαυτό μου και στους ανθρώπους μου. Δεν σκεφτόμουν ένα πολιτικό δοκίμιο, δεν είμαι ένας οργανικός διανοούμενος.
Επέλεξα να γράψω με τον τρόπο που μιλάω γιατί ήθελα να έχει τον χαρακτήρα της προφορικής ιστορίας, και από την άλλη γιατί ήθελα να συνδυάζει εμπειρία και συμπεράσματα. Στην τελική, η θεωρία είναι γκρίζα, το δέντρο της ζωής είναι πράσινο.
Το βιβλίο διασώζει εναργώς το κλίμα και την ατμόσφαιρα διάφορων εποχών κι από τις σελίδες του παρελαύνουν εκατοντάδες άνθρωποι, αλλά δεν βλέπουμε ευτυχώς κάτι σύνηθες σε τέτοιου είδους εγχειρήματα, το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» ή την ηρωοποίηση.
Εχω έρθει σε διενέξεις, έχω μαλώσει με συντρόφους αλλά επ’ ουδενί διανοούμαι ότι θα το έκανα αυτό από το βιβλίο. Το θεωρώ μικροπρέπεια. Οσον αφορά την ηρωοποίηση, θεωρώ πως έχει πρωτίστως μια αυτοκριτική διάθεση.
Εχω συμμετάσχει σε πολύ ωραία πράγματα κι έχω δώσει τον καλύτερό μου εαυτό για την υλοποίησή τους. Ο μόνος που δεν κάνει λάθη είναι αυτός που δεν κάνει τίποτα. Εμείς κάναμε πολλά, και φυσικά, κάναμε και λάθη. Κι ελπίζω να συνεχίσουμε.
Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις πράγματα είναι να παραδέχεσαι τα λάθη σου.
Το βιβλίο δεν αποκρύπτει τη χαρίεσσα και παιγνιώδη διάθεση όλων αυτών. Η χαρά, το παιχνίδι, το καρναβάλι είναι δομικά στοιχεία της Αριστεράς;
Αν η αντίσταση συρρικνώνεται σε μια καθηκοντολογική αποστεωμένη εκδοχή, και η αντίσταση γίνεται αναποτελεσματική και τα υποκείμενα κουράζονται κι έχουν πολλές πιθανότητες να τα παρατήσουν. Eξαρχής είχαμε μια αντίληψη για την πολιτική δημιουργική, βιωματική, με στοιχεία του προτάγματός μας, της ελευθερίας, του εξισωτισμού, του καρναβαλιού.
Γι’ αυτό έχουμε κρατήσει τις σχέσεις μας, ακόμα κι αν μαλώνουμε. Αυτό που με χαροποίησε περισσότερο από όλα στην παρουσίαση του βιβλίου είναι ότι ήρθαν άνθρωποι από τον χώρο της αναρχίας μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ, συντρόφισσες και σύντροφοι που γνωριζόμαστε χρόνια και που εδώ και χρόνια δεν είμαστε μαζί. Το κίνημα είναι κάτι ευρύτερο από τις οργανώσεις και τις τάσεις του.

Το κίνημα είναι και απεργίες και συγκρούσεις και αγώνες, αλλά και κάτι πιο βαθύ: οι άνθρωποι για να αλλάξουμε πρέπει να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας κι ότι δεν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο μόνο αλλά και τους εαυτούς μας.
Αυτό που νομίζω πως έχει εκλείψει τα τελευταία χρόνια είναι η διάθεση να κατανοήσουμε αλλήλους. Μετά το 2015 μοιάζει σαν να επικράτησε μια μανιχαϊστική αντίληψη - από εδώ οι «σύντροφοι» και από εκεί οι «προδότες». Την έχεις αυτή την αίσθηση;
Μετά το ’15 -ευλόγως σε έναν βαθμό, υπερβολικά σε έναν άλλο- έχουν αλλάξει πολλά. Από το 2005 είχε φτιαχτεί μια πολύ σοβαρή συνθήκη μέσα στο κίνημα που έφερνε τους ανθρώπους κοντά και στην ευρύτερη κοινωνία είχε διαμορφωθεί μια ελπίδα.
Μετά τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, τη διάσπαση, την πτώση του κινήματος και με τη συνεχή επιβαρυντική επίδραση των μνημονίων, της φτώχειας, των διαψεύσεων, είναι φυσικό να αυξάνονται τα άνθη του κακού, να έχουμε φαινόμενα και σύνδρομα προδοσίας, ενδοκινηματικούς ανταγωνισμούς, μοχθηρία, παραγοντισμούς. Αυτά είναι πολύ εύκολο να τα διαγνώσει κανείς στον ευρύτερο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, δυστυχώς, επεκτείνονται σε όλες τις τάσεις του κινήματος.
Η αγάπη, εκτός από κινητήρια δύναμη στις σχέσεις των ανθρώπων, είναι και βασικό στοιχείο της διατήρησης των πολιτικών και κοινωνικών δυναμικών που απαιτούνται για να υπάρξουν ζωογόνα κινήματα. Στη ζωή μου ούτε τόσο ιδεολογικά εναργής ήμουν, ούτε τόσο αγωνισταράς, αυτό που με κράτησε σε οριακές στιγμές ήταν η αγάπη. Η συντροφικότητα δεν είναι μόνο η αίσθηση της κοινότητας και των αγώνων, είναι ο διαρκής δεσμός που έχεις με τον άλλο.
Ενας άνθρωπος με άλλη πολιτική συγκρότηση και άλλη ιδεολογική τοποθέτηση πώς θα διάβαζε αυτό το βιβλίο; Θα μπορούσε να πει ότι είναι εγχειρίδιο ανομίας;
Κάποιες ιστορίες δεν υπάρχουν στο βιβλίο για λόγους και ευπρέπειας και ασφάλειας. Αλλά πέφτει πολύ ξύλο, ειδικά τη δεκαετία του ‘80. Εμένα δεν μου αρέσει η βία, τη θεωρώ αναγκαίο κακό. Η κοινωνία δεν αλλάζει επειδή κάποια στιγμή οι καπιταλιστές θα αισθανθούν ότι πρέπει να παραδώσουν την εξουσία σε εμάς, αυτά δεν γίνονται. Αρα η βία είναι αναγκαίο κακό, είναι αναγκαίο, είναι και κακό. Η βία όμως, ακόμα κι αν ασκείται για απελευθερωτικούς λόγους, χειραγωγεί, δηλητηριάζει.
Εχω αισθανθεί πάρα πολλές φορές καλά όταν πατήσαμε μια διμοιρία ΜΑΤ και όταν κονιορτοποιήσαμε θρασύτατους φασίστες. Ομως ακόμα και σε αυτές τις απολύτως εύλογες εκδοχές βίας, υπάρχει ένα δηλητηριάκι: θες να το ξανακάνεις. Κι αρχίζει να σου αρέσει όχι μόνο ως μια εκδοχή απελευθερωτικής δράσης, αλλά και ως εκδοχή ατομικής δικαίωσης, αντρίλας, μοχθηρίας.
Θέλει μια φοβερή ισορροπία και σε ατομικό και σε πολιτικό ή ιδεολογικό επίπεδο. Εχουμε εκδοχές μαζικής επαναστατικής βίας οι οποίες άνοιξαν τον δρόμο για την απελευθέρωση και, παράλληλα, θεσμίζοντας τη βία ως μορφή εξουσίας, πέρασαν στην τρομοκρατία και αναίρεσαν τους όρους χειραφέτησης των ανθρώπων.
Αρα είμαι πολύ προσεκτικός με τη βία. Κι επειδή ζω μέσα στο κίνημα δεκαετίες, έχω δει και τις δύο πλευρές. Δεν μπορώ να πω ότι έχω μια συνταγή για τη λελογισμένη χρήση της και, φευ, δεν νομίζω ότι υπάρχει. Ναι, έχει ξύλο το βιβλίο, είναι ωραίο ξύλο όμως.
* ΕφΣυν