Ο κ. Μητσοτάκης ζει εκτός κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας


Το 480 π.Χ. ο Θεμιστοκλής έλαβε χρησμό από το μαντείο των Δελφών που του έλεγε ότι η Αθήνα θα σωθεί από τους Πέρσες με τα «ξύλινα τείχη» και οχύρωσε την πόλη με το τείχος του ξύλινου στόλου. 


Το 2020 μ.Χ. ο Μηταράκης άκουσε τον Μητσοτάκη και δημιούργησε το «φουσκωτό τείχος» για να σωθεί η χώρα από τις προσφυγικές ροές. Δεν ξέρουμε τι θα γράψει η Ιστορία για τη συγκεκριμένη κυβερνητική απόφαση,το Twitter πάντως και το Facebook έχουν γράψει πλήθος ξεκαρδιστικά. 



«Για την αεράμυνα της χώρας καλό είναι ο Μητσοτάκης να βάλει την έξυπνη σίτα» προτείνει (και με το δίκιο του) ένας χρήστης των social media. Κάτι τρέχει με τον πρωθυπουργό της χώρας το οποίο είναι δύσκολο να κριθεί και να αποτιμηθεί μόνο στενά πολιτικά ως αποτυχία στην πολιτική του δράση. Οι πρόσφατες εξελίξεις στα ποδοσφαιρικά ήταν άκρως αποκαλυπτικές για τη σχέση του Μητσοτάκη με τη διαπλοκή αλλά πολύ περισσότερο για τον ιδιότυπο, εγωκεντρικό και ναρκισσιστικό τρόπο με τον οποίο ασκεί την πολιτική. 



Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βγήκε από το γήπεδο της αντιπαράθεσης για το ποδόσφαιρο σαν δαρμένος διαιτητής, με την πρωτοτυπία να έχει φάει ξύλο και από τις δύο ομάδες. Στάθηκε ανίκανος να μοιράσει δύο γαϊδουριών άχυρο, αν και είναι μάλλον άστοχο να αντιλαμβάνεται ως γαϊδούρια δύο άλογα κούρσας που είναι εύκολο να τον τσαλαπατήσουν. Μαζί με την αδυναμία διαχείρισης ο Μητσοτάκης αποκάλυψε πόσο ευάλωτος είναι στην πραγματικότητα. Αρκούσε να βρεθεί ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά, με ελάχιστα δημοσιεύματα που παρουσίαζαν τις πραγματικές μειώσεις των συντάξεων και τις σχέσεις του με τη Siemens, για να βάλει απανωτά αυτογκόλ. Το κυριότερο όλων είναι πως ενεργοποίησε τις τεκτονικές πλάκες του Σαμαρά στο κόμμα, που προκαλούν και αναμένεται να προκαλέσουν πολλούς σεισμούς. 



Το συμπέρασμα είναι ότι ο πρωθυπουργός είναι όμηρος και ανίκανος να διαχειριστεί το έλασσον, πόσο μάλλον το μείζον. Τρία είναι τα βασικά προβλήματα στην πορεία του πρωθυπουργού. 


Πρώτον, είναι δέσμιος δεσμεύσεων και συμφερόντων (όχι μόνο στην ενδοχώρα απ’ ό,τι φαίνεται) και αυτό δημιουργεί και ανακυκλώνει συμπεριφορές υποτέλειας που στη συνέχεια προσπαθεί να εμφανίσει ως λεονταρισμούς. Το αποτέλεσμα είναι τραγέλαφος: διαγράφει τον Ζαγοράκη λέγοντας πως δεν εκβιάζεται, για να δηλώσει πρακτικά πολύ γρήγορα εκβιαζόμενος με την τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή υποτίθεται υπέρ του ΠΑΟΚ. 

Δεύτερον, επειδή ως τώρα αισθανόταν ασφαλής με την κάλυψη που του παρείχε το μιντιακό σύστημα, έχει διαμορφώσει ένα σύστημα υπερφίαλης, αλαζονικής πολιτικής και προσωπικής συμπεριφοράς. Θεωρεί πως μπορεί να επιβάλει όσα επιλέξει και να δικαιολογήσει όσα δεν δικαιολογούνται. Να όμως που αρκεί να του τραβήξει ο Μαρινάκης το χαλάκι κάτω από τον θρόνο για να μετατραπεί η ισορροπία της πριγκιπικής έπαρσης σε ανισόρροπο τρέκλισμα αρλεκίνου. 


Τρίτον, το βασικό πρόβλημα όμως είναι η ελλιπής πολιτική του συγκρότηση και οι προσωπικές του ιδιομορφίες. Ο Μητσοτάκης είναι αδόμητος και ασταθής και γι’ αυτό διαμορφώνει συνεχώς μια επικοινωνιακή εικόνα ως αντιστάθμισμα. Δείχνει να βιώνει συνεχώς έναν διπολισμό ανάμεσα σε μια εσωτερική ανασφάλεια και μια εξωτερική επιθετικότητα που τον τοποθετεί σε ένα βάθρο αυτοθαυμασμού. Επειδή το τρίτο πρόβλημα που αναλύω δεν περιέχει μόνο υποκειμενισμό αλλά και ένα είδος ψυχολογικής ανάλυσης θα γίνω όσο πιο σαφής μπορώ. 



Σε πρόσφατο άρθρο του στην «Καθημερινή» ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκρίνει τον εαυτό του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και υπόσχεται πως θα κάνει τη χώρα «αγνώριστη», όπως συνήθιζε να λέει ο Βενιζέλος. Ο πρωθυπουργός φαίνεται πως δεν έχει πρότυπό του ούτε τον ιδρυτή της παράταξης Κωνσταντίνο Καραμανλή ούτε τον πατέρα του, αλλά τον αντίπαλο πολιτικά Βενιζέλο. Φαντασιώνεται μάλιστα τον εαυτό του ως τον νέο Βενιζέλο και το εκφράζει με μεγάλη έπαρση. Φαίνεται πως κάποιος τον έχει πείσει ή προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και τους πολίτες πως είναι ο μεγάλος ηγέτης μιας Μεγάλης υπό κατασκευή Ελλάδας. Ακόμη και να τα πιστεύεις, δεν τα λες αυτά τα πράγματα. 



Ας δούμε κάτι άλλο. Στην αντιπαράθεσή του με τον Τσίπρα στη Βουλή το βράδυ της περασμένης Πέμπτης ο Μητσοτάκης είπε στον αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ πως ναι μεν έβγαλε την Ελλάδα από τα μνημόνια αλλά είναι και αυτός που την έβαλε. Αποκλείεται ένας πολιτικός και πρωθυπουργός με γνώση της τρέχουσας ιστορίας να διακινδυνεύσει μια ψευδή αναφορά σε πράγματα που γνωρίζει όλος ο κόσμος. Κάτι δεν πάει καλά. Στην ίδια συζήτηση ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε (αφού το διάβασε σε άρθρο της «Καθημερινής») ότι θα προχωρήσει σε μνημόνιο συνεργασίας με την UEFA και τη FIFA για την επίλυση των προβλημάτων στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ολοι γνωρίζουν πως αυτή η συνεργασία υπάρχει από το 2016 και έχει μάλιστα φέρει ξένους διαιτητές και το VAR στην Ελλάδα.



 Ο πρωθυπουργός δείχνει συνεχώς πως ζει και ανασαίνει σε μια εικονική πραγματικότητα που τον επιβεβαιώνει και τον ευχαριστεί. Σε αυτήν προσθέτει χαρωπές φωτογραφίες από τα ταξίδια του στα βουνά και ενσταντανέ οικογενειακής ευτυχίας την ώρα που γύρω υπάρχει απειλή. Η εμφάνιση, για παράδειγμα, του τουρκικού ερευνητικού σκάφους «Ορούτς Ρέις» στην ελληνική υφαλοκρηπίδα παρουσιάζεται όχι ως μεθόδευση της γείτονος αλλά ως αποτέλεσμα κακοκαιρίας, λες και πρόκειται για φουσκωτή βάρκα που την παρέσυρε το ρεύμα. Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος στο μυαλό του Μητσοτάκη. 



Σε όλα αυτά μπορεί να προσθέσει κάποιος την εμμονή του πρωθυπουργού να εμπλέκει την οικογένειά του με την πολιτική εικόνα και τη σύζυγο και τις δουλειές της με τον ΟΗΕ ή το Μπάκιγχαμ. Αναμφίβολα πρόκειται για πρωτόγνωρη πραγματικότητα. Κάτι τρέχει με τον πρωθυπουργό της χώρας το οποίο μπορεί να παρέχει αυτοϊκανοποίηση στον ίδιο αλλά δημιουργεί κινδύνους για τη χώρα. Το ρητορικό ερώτημα που έθεσε ο Αλέξης Τσίπρας στη Βουλή για το αν είναι δυνατόν κάποιος που δεν μπορεί να διαχειριστεί ποδοσφαιρικά θέματα να διαχειριστεί σοβαρά θέματα δεν είναι πλέον ερώτημα μόνο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

*Κ. Βαξεβάνης