O κ. Μητσοτάκης είναι αντίθετος στην ενίσχυση μισθών και στην προστασία της εργασίας


Η χθεσινή συζήτηση στη Βουλή για τα εργασιακά έδωσε την αναπάντεχη ευκαιρία στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης να αναδείξουν δύο πραγματικότητες: την αγεφύρωτη απόσταση της κυβέρνησης από τους εργαζόμενους, στους οποίους ο Πρωθυπουργός μίλησε μόνο με τη στατιστική, αλλά και τα ισχυρά στοιχεία πάνω στα οποία είναι δυνατό να οικοδομηθεί η προγραμματική βάση για τη συγκρότηση μιας ισχυρής προοδευτικής συμμαχίας.
Μιας συμμαχίας που θα έχει ως πυρήνα την ανασύνταξη της εργασίας και την αναζήτηση μοντέλου ανασυγκρότησής της το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των νέων και των γονιών τους. Αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να είναι το μοντέλο του εργαζόμενου φτωχού, που αποτελεί το 23% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού και αμείβεται με 317 ευρώ (καθαρά) τον μήνα.
Αυτό το μοντέλο δεν θα υποκλίνεται σε πολιτικές που ευνοούν τις απολύσεις οι οποίες ξεκίνησαν στους πάλαι ποτέ προστατευμένους χώρους, όπως ο ΟΤΕ και οι τράπεζες. Δεν θα ευνοεί τη μεταφορά προσωπικού σε παρένθετες εταιρείες, όπως αυτές που στήνει διαρκώς ο Λαυρεντιάδης για τα Λιπάσματα, με τις ευλογίες του υπουργείου Εργασίας.

Δεν θα διώχνει χιλιάδες νέους επιστήμονες από προγράμματα του ΟΑΕΔ, για να τους υποκαταστήσει με το επόμενο κύμα ανέργων. Δεν θα υποτιμά, αντιθέτως θα επαναφέρει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις για την υπογραφή των συμβάσεων εργασίας. Ούτε θα ανακόπτει με τερτίπια και αποκλεισμούς την επέκταση μιας συλλογικής σύμβασης που με τόσο κόπο συμφώνησαν συνδικάτο και εργοδότες στον χώρο του Επισιτισμού, όπως συμβαίνει σήμερα.
Το μοντέλο εργασίας που έχει ανάγκη η χώρα έχει ως πυρήνα του την προστασία της εργασίας. Τον εξοπλισμό της με νέα εφόδια σε μια εποχή που μεταβάλλει τις παραγωγικές δυνάμεις με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Με μια συμφωνία για το αύριο βασισμένη σε συνθέσεις, που θα επαναφέρει τον καθορισμό του κατώτατου μισθού στο τραπέζι των κοινωνικών διαπραγματευτών, συνδικαλιστών και εργοδοτών.
Σήμερα και όχι το 2021.