Το δικαίωμα στην ανυπακοή


Η Λέσβος και η Χίος αποτέλεσαν τις τελευταίες εβδομάδες εστίες κοινωνικής αγανάκτησης απέναντι σε πολιτικές που αγνοούν πλήρως τα αιτήματα της κοινωνικής πλειοψηφίας και των τοπικών κοινωνιών.
Το προσφυγικό αποτέλεσε από την πρώτη μέρα ανάληψης της διακυβέρνησης από τη ΝΔ πεδίο ανάπτυξης ακραία οπισθοδρομικών πολιτικών, ένα «χωνευτήρι» αρχετυπικού ξενοφοβικού λόγου που ικανοποιεί ένα τμήμα του εκλογικού ακροατηρίου του κυβερνώντος κόμματος.
Η καταφυγή στην καταστολή και την κρατική βία από τη σημερινή κυβέρνηση δεν αποτέλεσε το ύστατο καταφύγιο, την τελευταία διέξοδο για την εφαρμογή και εξυπηρέτηση μιας πολιτικής επιλογής, αφότου εξαντλήθηκαν όλα τα δημοκρατικά μέσα και κάθε δυνατότητα διαλόγου με τις τοπικές αρχές. Το αντίθετο ακριβώς συνέβη, με την βία και την αστυνομοκρατία να αποτελούν προτεραιότητα για την πολιτική ηγεσία ώστε να «περάσει» η δική της θέση, ακόμη κι εάν φαίνεται εξ’αρχής πως είναι αδιέξοδη, αναποτελεσματική και βαθιά συγκρουσιακή.

Η προτεραιοποίηση της βίας έναντι του πολιτικού διαλόγου και της βιώσιμης συναίνεσης είναι μια επιλογή που τη βλέπουμε συχνά τελευταία και στην ΕΕ και σε πολλές περιπτώσεις στον υπόλοιπο κόσμο. Το βλέπουμε στη Γαλλία του Μακρόν με την αστυνομική βία απέναντι στο κύμα των διαδηλωτών και στα «Κίτρινα Γιλέκα». Το είδαμε στη Βαρκελώνη με το καταλανικό ζήτημα της ανεξαρτησίας. Το είδαμε επίσης στην Ουγγαρία του ‘Ορμπαν, με το φίμωση του Τύπου και την ακραία λογοκρισία. Το βλέπουμε και σε κράτη της Λατινικής Αμερικής, όπως στη Χιλή και στην Κολομβία.
Πολλά τα παραδείγματα τα τελευταία χρόνια. Και όσο απομακρύνονται και αποξενώνονται οι πολιτικές ηγεσίες από την κοινωνία και τα αιτήματά της, τόσο θα προβάλλεται με ένταση ο ρόλος των δυνάμεων καταστολής ως εκείνης της «βαλβίδας ασφαλείας» που (συνεχίζει να) διατηρεί σε σχετική ισορροπία το σύστημα.
Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, η εξέγερση και η ανυπακοή έρχονται να αναπτυχθούν ως τα βασικά εργαλεία αντίστασης και εναντίωσης σε κάθε μορφή πολιτικής αδικίας, ειδικά όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να αγνοήσει και να υποβαθμίσει το διάλογο και την αναζήτηση μιας «μέσης λύσης». Και έχει ενδιαφέρον ότι η εναντίωση αυτή δεν βρίσκει πρόσφορο έδαφος μόνο στις νεότερες ηλικιακές ομάδες, αλλά σε ένα μεγάλο και ανομοιογενές ηλικιακά τμήμα του πληθυσμού.

Όταν η κυβερνητική εξουσία δεν είναι ευέλικτη και δεν κατανοεί τα συλλογικά αιτήματα, αντιμετωπίζει απότομη φθορά και πολιτική απονομιμοποίηση, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο το έργο της. Αυτή είναι η κατάσταση σήμερα σε πολλά κράτη παγκοσμίως, ενώ στην ΕΕ ένα διαρκώς αυξανόμενο τμήμα της κοινωνίας νιώθει βαθιά απογοήτευση και βρίσκεται εγκλωβισμένο σε κούφιες και γενικόλογες πολιτικές προτάσεις.
Η εξεγερμένη συνείδηση πολλών κοινωνικών ομάδων αποτελεί κινητήρια δύναμη για τα δημοκρατικά πολιτεύματα, παρά το γεγονός ότι παράλληλα κέντρα εξουσίας επιχειρούν να πείσουν τους πολίτες για το αντίθετο. Η πολιτική ανυπακοή συνιστά διορθωτική παρέμβαση στη νομοθετική και πολιτική διαδικασία και υπό αυτό το πρίσμα αποτελεί και ευθύνη, όχι μόνο δικαίωμα, των πολιτών. Η στατικότητα των πολιτικών αποφάσεων και η έλλειψη αναστοχασμού και προσαρμογής στα σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα είναι εκείνα τα στοιχεία που τρέφουν την ανυπακοή, συντελώντας έτσι σταδιακά στην αφύπνιση της κοινωνίας.
Ας τα δουν αυτά τα θέματα οι πολιτικές ηγεσίες, και οι πιο συντηρητικές ακόμα, με μια διαφορετική ματιά και προσέγγιση. Στο τέλος της ημέρας, κερδισμένα θα βγουν όλα τα μέρη. Η δράση-αντίδραση έχει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η συνθετική διαδικασία μέσα σε ένα συγκρουσιακό περιβάλλον.
*Δημήτρης Ραπίδης, flash.gr