Ανάπηροι πρόσφυγες: Ακραία περιθωριοποίηση σε έναν ανύπαρκτο κρατικό μηχανισμ


Μαλίκ Ισμαήλ ζει στην Ανοιχτή Δομή Φιλοξενίας Κορίνθου. Είναι 9,5 χρονών. Του αρέσει η μπάλα και η γάτα του, η Ρούσαμ. Παίζει όλη μέρα στις αλάνες του καταυλισμού και δείχνει ικανοποιημένος, με την προσαρμοστικότητα που έχουν τα παιδιά σε κάθε συνθήκη ζωής.
Ο Μαλίκ έχει, επίσης, σύνδρομο Down. Στο διάστημα παραμονής του στην Ελλάδα, από το 2016 μέχρι σήμερα, ο μικρός Κούρδος από τη Συρία που «απολαμβάνει» καθεστώς αναγνωρισμένου πρόσφυγα, δεν δέχθηκε την παραμικρή θεραπευτική παρέμβαση, ούτε φοίτησε σε σχολείο, ειδικό ή μη. Κύριο μέλημα της οικογένειάς του, να εξασφαλίσει μία στέγη επάνω απ’ το κεφάλι της. Κάτι που δεν ήταν πάντα εφικτό, καθώς οι Ισμαήλ πολλές φορές κοιμήθηκαν σε παιδικές χαρές της Αθήνας, εκδιώχθηκαν από άλλους πρόσφυγες εξαιτίας του «προβλήματος» του μικρού και πάλεψαν με το τέρας της γραφειοκρατίας.
Για τις ελληνικές αρχές με τα δεκάδες προβλήματα στη διαχείριση του προσφυγικού, οι άνθρωποι σαν τον Μαλίκ παραμένουν, λίγο ως πολύ, αόρατοι. «Αξιόπιστη και επίσημη καταγραφή για τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο με αναπηρία γενικά στη χώρα, δεν υπάρχει» επισημαίνει η Ξένια Πασσά, νομικός και βοηθός Προστασίας στην Αντιπροσωπεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) στην Ελλάδα.

Εκτιμήσεις ελλείψει στοιχείων

Τον περασμένο Ιούλιο, η Ύπατη Αρμοστεία κλήθηκε να παρουσιάσει την κατάσταση των προσφύγων με αναπηρία στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες του ΟΗΕ, που επισκέφθηκε τη χώρα μας για να την αξιολογήσει. Με βάση τις τότε καταγραφές ανθρωπιστικών οργανώσεων, εκτίμησε πως περίπου 1.697 αιτούντες άσυλο και αναγνωρισμένοι πρόσφυγες με αναπηρίες, βρίσκονταν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων 439 παιδιά.
Από όσους είχαν ήδη προωθηθεί στην ηπειρωτική χώρα, σχεδόν 6 στους 10 φιλοξενούνταν τότε σε μία από τις δομές του στεγαστικού προγράμματος ESTIA, το οποίο υλοποιεί η UNHCR σε συνεργασία σήμερα με το (επανασυσταθέν) Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.
Το πρόγραμμα προσφέρει στέγαση σε διαμερίσματα, ξενοδοχεία και άλλα κτίρια καθώς και ένα μηνιαίο επίδομα. Δίνει δε, προτεραιότητα στους λεγόμενους «ευάλωτους» πληθυσμούς, όπως είναι οι έγκυοι, οι υπερήλικες, τα θύματα βασανιστηρίων, εμπορίας ανθρώπων ή σεξουαλικής βίας, τα άτομα που έχουν αναπηρία ή πάσχουν από ανίατη ή σοβαρή ασθένεια, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι και οι υπερήλικες.
Σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία (Νόμος 4375 του 2016), στόχος είναι οι «ευάλωτοι» αιτούντες άσυλο που καταφθάνουν στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) στην ελληνική μεθόριο να εντοπίζονται και να διαγιγνώσκονται το συντομότερο δυνατόν, ώστε να προωθούνται κατά προτεραιότητα, στη διαδικασία ασύλου και στις δομές.
Στο πρόγραμμα ESTIA δικαιούνται να φιλοξενηθούν μέχρι να τελεσφορήσουν οι διαδικασίες για το αίτημα ασύλου τους. Και αν είναι θετική η απάντηση, μπορούν να παραμείνουν ακόμη έξι μήνες ως αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, δίνοντας στη συνέχεια τη θέση τους σε νέους αιτούντες άσυλο. Αυτή τη στιγμή, καταγράφει η Ύπατη Αρμοστεία, περίπου το 3% των περίπου 20.000-22.000 που στεγάζονται συνολικά στο πρόγραμμα, δηλαδή 633 άνθρωποι, παρουσιάζουν κάποια μορφή αναπηρίας.

Η πρόσβαση στο σύστημα υγείας

Στην πράξη, τίποτα δεν διασφαλίζει ότι αυτές οι διαδοχικές μεταβάσεις θα είναι ομαλές, ειδικά για τους «ευάλωτους». Και ειδικά όταν καθυστερούν να λυθούν τα ουσιώδη. Όπως είναι η πρόσβαση των ανθρώπων αυτών στο ΕΣΥ, η οποία έπαψε να θεωρείται δεδομένη τον περασμένο Ιούλιο, όταν ανακλήθηκε η εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ, που τους χορηγούσε ΑΜΚΑ. Μόλις στο τέλος Ιανουαρίου, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επανέφερε ουσιαστικά τον ΑΜΚΑ των αιτούντων άσυλο με τη μορφή του Προσωρινού Αριθμού Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού (Π.Α.Α.Υ.Π.Α.), όπως ονομάστηκε. Στο μεσοδιάστημα, οι αιτούντες άσυλο με αναπηρίες ήταν μεταξύ αυτών που υπέφεραν περισσότερο. Ούτε όμως και η διευθέτηση του θέματος της πρόσβασης στο ΕΣΥ, έλυσε το βασικό τους πρόβλημα, που είναι πως -ειδικά αυτοί- δεν θα έπρεπε να παραμένουν στα ΚΥΤ.
Οι «Γιατροί χωρίς Σύνορα», που παρακολουθούν στην κλινική της οργάνωσης έξω από το ΚΥΤ της Μόριας, 140 παιδιά με χρόνιες παθήσεις, έχουν απευθύνει εδώ και καιρό έκκληση για την άμεση μεταφορά τους στην ενδοχώρα. Τίποτα δεν είχε γίνει από τον Οκτώβρη μέχρι τουλάχιστον πριν λίγες μέρες, όπως μας ανέφερε ο Γιώργος Μακρής, γιατρός και βοηθός ιατρικού συντονιστή των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα» στη Λέσβο. Από τα παιδιά αυτά, πέντε παρουσιάζουν σοβαρούς κινητικούς περιορισμούς λόγω νευρολογικών ή ορθοπεδικών παθήσεων και ακόμη έντεκα νοητική υστέρηση λόγω συγγενών συνδρόμων ή επίκτητων νευρολογικών παθήσεων.
«Τα παιδιά αυτά δεν θα έπρεπε να είναι στη Μόρια, σε κάποιο σημείο το σύστημα αυτό δυσλειτουργεί. Προσπαθούμε να βοηθήσουμε αλλά η δική μας κλινική είναι μία πρωτοβάθμια κλινική για τις παθήσεις που αντιμετωπίζουν όσοι άνθρωποι είναι σε ένα camp, οξείες γαστρεντερίτιδες, οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις, δερματικές λοιμώξεις. Δεν έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία για να δούμε τόσο περίπλοκες και σοβαρές παθήσεις. Από την άλλη ούτε το νοσοκομείο της Λέσβου, επειδή μιλάμε για ένα δευτεροβάθμιο νοσοκομείο, δεν έχει τις κατάλληλες υποειδικότητες, όπως παιδοκαρδιολόγο και παιδονευρολόγο, γιατί είναι δευτεροβάθμιο νοσοκομείο και ένα νοσοκομείο που είναι υπερφορτωμένο», εξηγεί.
«Κανείς δεν θα έπρεπε να ζει σε συνθήκες όπως αυτές της Μόριας, αλλά αυτά τα παιδιά, ακόμη περισσότερο. Θα έπρεπε να είναι προτεραιότητα. Και για τους γιατρούς είναι δύσκολο να εξετάζουν και να δίνουν αγωγή και μετά να τους στέλνουν σε ένα camp που είναι μη ασφαλές και ζουν σε καλοκαιρινές σκηνές το Γενάρη… χωρίς ηλεκτρισμό, θέρμανση, χωρίς πρόσβαση στο ζεστό νερό, με έκθεση στη βία και υπερπληθυσμό». Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας -ΕΟΔΥ- (πρώην ΚΕΕΛΠΝΟ), που με τα προγράμματα PHILOS στις δομές πρώτης υποδοχής προσπάθησε να καλύψει τα κενά από την απουσία ΑΜΚΑ, φέρεται να έχει ήδη εξετάσει τα παιδιά ώστε να προχωρήσει η μεταφορά.

Ούτε τα στοιχειώδη

Άνθρωποι σε αναπηρικά αμαξίδια σε χώρους χωρίς κατάλληλες ράμπες, άνθρωποι με προβλήματα όρασης, παιδιά με αυτισμό σε επισφαλή περιβάλλοντα. Η έκθεση που έβγαλε τελικά για την Ελλάδα η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, τον Οκτώβριο του 2019, κατακεραύνωσε τη χώρα μας στο θέμα των προσφύγων με αναπηρία, ζητώντας ακόμη και βασικά πράγματα, όπως να διασφαλιστεί ότι έχουν πρόσβαση σε ασφαλές καταφύγιο και συνθήκες υγιεινής.
«Στο ΚΥΤ της Μόριας -από το 2015 και μετά που ήταν το μεγάλο κύμα- δυσκόλεψε πολύ η διαδικασία να βρεθεί ένας προστατευμένος χώρος, έστω για λίγες μέρες» εξηγεί ο Γιώργος Μπάκας, κοινωνικός λειτουργός στην Κοινωνική Υπηρεσία του Πολυϊατρείου των «Γιατρών του Κόσμου», ο οποίος παλιότερα εργαζόταν στη Λέσβο. Εξηγεί πως τα προηγούμενα χρόνια «έπαιρναν προτεραιότητα στο κατάλυμα που υπήρχε τότε στο ΚΥΤ της Μόριας, γιατί υπήρχαν κάποιες διαθεσιμότητες για τόσο ευάλωτες περιπτώσεις, με καροτσάκια, με κάποιο πρόβλημα στη βάδιση -κάποιος που είχε χάσει το πόδι του από τον πόλεμο..» Μετά οι αναμονές έγιναν μεγάλες.
Στην περίπτωση παιδιών με νοητική υστέρηση, ακόμη και η μεταφορά σε μία δομή στην Αθήνα, δεν διασφαλίζει πρόσβαση σε συνεχιζόμενη θεραπευτική παρέμβαση. Σύμφωνα με τον Μπάκα, το πρόβλημα είναι πως υπάρχει τρομακτική αναμονή σε κάποιες ειδικότητες, όπως ο παιδονευρολόγος, ενώ το νοσοκομείο δεν παρέχει πλέον υπηρεσίες τακτικής παρακολούθησης, όπως παλιότερα, γιατί είναι μεγάλος ο φόρτος εργασίας. Ταυτόχρονα, σοβαρότατο είναι και το πρόβλημα της έλλειψης διερμηνείας, που έχει ως αποτέλεσμα να χάνεται σημαντική πληροφορία από τον ασθενή, ενώ πολλοί γιατροί αρνούνται- υπό αυτές τις συνθήκες- να τον εξετάσουν.
«Εμείς έχουμε ασχοληθεί με τέτοια περιστατικά, πέρα από την ψυχοκοινωνική υποστήριξη των ίδιων και των μελών της οικογένειας, προσπαθούμε να διασυνδέσουμε με άλλους φορείς ή δομές, είτε με το δημόσιο σύστημα. Και εκεί είναι οι δυσκολίες και οι τοίχοι που βρίσκουμε καμιά φορά, γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα της διερμηνείας και δεν υπάρχει και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό για να μπορέσει να παρέχει αυτές τις υπηρεσίες», επισημαίνει η κυρία Χρυσάνθη Τάτση, υπεύθυνη έργου στην Ε.ΠΑ.ΨΥ.
Η ΕΠΑΨΥ προσφέρει υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στον αστικό ιστό της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, δηλαδή μια κινητή ομάδα με διερμηνείς, ψυχίατρο, παιδοψυχίατρο, ψυχολόγους, κοινωνικό λειτουργό, που παρέχει κατ’ οίκον παρέμβαση σε εξυπηρετούμενους του ΕΣΤΙΑ, ενώ εκπαιδεύει πρόσφυγες να φροντίζουν ομοεθνείς τους.
Παρότι υπάρχουν κάποιοι φορείς, όπως η ΕΠΑΨΥ ή η «Βαβέλ», που έκανε θεραπευτικές παρεμβάσεις και είχε παιδοψυχιατρικά προγράμματα σε τακτική βάση, αλλά και Ανοικτό Κέντρο των Γιατρών του Κόσμου “Πειραιώς 33” για παιδιά και εφήβους, «όσο περνά ο καιρός» σημειώνει ο κ. Μπάκας, «τα προγράμματα που παρείχαν κάποτε οι υπηρεσίες προς προσφυγικό πληθυσμό έχουν μειωθεί, γιατί θεωρείται πως το πρόβλημα έχει λυθεί αφού έχουν πρόσβαση στο σύστημα υγείας, σε δημοτικά ιατρεία και νοσοκομεία».

Διωγμένος από παντού

Για να υπάρξει κάποια θεραπευτική παρέμβαση, απαιτείται βέβαια και πρώτα από όλα, η ζωή των ανθρώπων με αναπηρία να έχει μία σχετική σταθερότητα. Το αντίθετο ήταν η πραγματικότητα στην περίπτωση του Μαλίκ. Πέρα από το σύνδρομο Down, ο μικρός είχε χτυπηθεί στο κεφάλι από Τούρκους στρατιώτες στα σύνορα με τη Συρία και είχε καθηλωθεί στην αρχή της παραμονής του στην Ελλάδα, στη Χίο, σε αναπηρικό καροτσάκι. Ταυτόχρονα, είχε κολλήσει ηπατίτιδα Α’. Αλλά οι γονείς του, που έχουν ακόμη τρία μικρά παιδιά, εκτός από τις προσπάθειες να διασφαλίσουν την πρόσβαση του Μαλίκ στο σύστημα υγείας, είχαν να παλέψουν και με τις δυσκολίες να εξασφαλίσουν την παραμονή τους σε κατοικία. Και αυτό γιατί η οικογένεια, που απέκτησε καθεστώς αναγνωρισμένων προσφύγων και άδεια διαμονής στη χώρα μας στις 5 Ιανουαρίου 2017, είδε τις επιλογές της να μειώνονται δραματικά. Ως αναγνωρισμένοι πρόσφυγες έπρεπε πια να «ενσωματωθούν».
Έτσι, φιλοξενήθηκαν μεν σε στέγη προγράμματος ΜΚΟ, όμως έπρεπε να φύγουν όταν το πρόγραμμα «ολοκληρώθηκε». Έζησαν για ένα διάστημα στην κατάληψη στη συμβολή των οδών Οκταβίου Μερλιέ και Πρασσά στα Εξάρχεια, στο κτίριο του παλιού 5ου σχολείου (την ίδια που εκκένωσε το Σεπτέμβρη η αστυνομία).
Όμως, οι υπόλοιποι φιλοξενούμενοι εκεί δεν ήθελαν τον Μαλίκ, λόγω της ηπατίτιδας Α’ και του συνδρόμου Down, με αποτέλεσμα η μισή οικογένεια (ο πατέρας Γκαλέμπ και ο μικρός) να «μετακομίσουν» σε κοντινή παιδική χαρά για δεκαπέντε μέρες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό. Είχαν ξανακοιμηθεί σε παιδική χαρά στην Πλατεία Αμερικής, αλλά και μέσα σε ένα μπαγκλαντεσιανό σούπερ μάρκετ.
Τελικά, η αστυνομία τους «μάζεψε» και τους οδήγησε στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας της Κορίνθου. Εκεί αντιμετωπίζουν άλλο πρόβλημα, γιατί έπαψε να λειτουργεί το συσσίτιο και οι διαμένοντες που είναι αιτούντες άσυλο, βασίζονται πλέον στις «κάρτες μετρητών» για να αγοράσουν τα αναγκαία. Όμως ο Μαλίκ και η οικογένειά του, ως αναγνωρισμένοι πρόσφυγες για πάνω από εξάμηνο, δεν δικαιούνται κάρτες μετρητών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στις αρχές του 2019 η κυβέρνηση πίεσε με ένα Non Paper τους συνεργαζόμενους στο πρόγραμμα ESTIA να τηρούν πιο αυστηρά τα χρονοδιαγράμματα, που προβλέπουν πως οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες θα πρέπει να εγκαταλείπουν το πρόγραμμα μετά τους έξι μήνες. Δημοσιεύματα εκείνων των ημερών ανέφεραν ότι πολλοί άνθρωποι, που ανήκουν μάλιστα σε ευάλωτες ομάδες, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε αστέγους.
Ο Μαλίκ και η οικογένειά του, τυπικά θα μπορούσαν να ωφεληθούν από το πρόγραμμα HELIOS του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ) για την «ένταξη» των δικαιούχων διεθνούς προστασίας, πληροφορηθήκαμε όμως πως «στόχος του προγράμματος είναι (μόνο) δικαιούχοι αναγνωρισμένοι μετά την 1η Ιανουαρίου του 2018»! Τελικά πριν από λίγες μέρες, κλιμάκιο του ΔΟΜ κατέγραψε την οικογένεια Ισμαήλ, προκειμένου να την συμπεριλάβει στο πρόγραμμα.

Τα κοινωνικά επιδόματα

Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελούν τα προνοιακά επιδόματα για τους ανθρώπους με αναπηρίες και όσους βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση, από τα οποία δεν εξαιρούνται οι πρόσφυγες. Πέρα από το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης (που πλέον θα ονομάζεται Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα), οικογένειες όπως αυτή του Μαλίκ δικαιούνται επίδομα αναπηρίας από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ) που ιδρύθηκε το 2018. Ζητήσαμε από τη διεύθυνση του ΟΠΕΚΑ να μας ενημερώσει για τους αριθμούς των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο που λαμβάνουν αναπηρικά επιδόματα, αλλά λάβαμε την απάντηση πως δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το Κέντρο Ένταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων (όπου γίνονται οι αιτήσεις για τους διαμένοντες στην Αθήνα), για περίπου ένα δίμηνο είχαν «παγώσει» οι αιτήσεις που γίνονταν από αιτούντες άσυλο με αναπηρία, καθώς ελήφθη μήνυμα πως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, πλέον όμως η διαδικασία ακολουθείται για αυτούς κανονικά, όπως και για τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες. Τυπικά, οι πρόσφυγες και οι αιτούντες άσυλο ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους αυτά, αν και τουλάχιστον η οικογένεια του Μαλίκ, δεν είχε λάβει την παραμικρή πληροφόρηση πως ενδεχομένως να δικαιούται επίδομα αναπηρίας.

*Soloman Magazine