Η αγορά αντέχει αυξήσεις μισθών - Απλά ΝΔ, ΔΝΤ και ΣΕΒ δεν τις θέλουν


Η αγορά εργασίας απορρόφησε χωρίς προβλήματα την περσινή αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% και μπορεί να αντέξει και επιπλέον αύξηση φέτος. Αυτή η εκτίμηση του Γραφείου του Προϋπολογισμού της Βουλής, που αξιολόγησε θετικά σειρά δημοσιονομικών και μακροοικονομικών δεδομένων, είναι ένα από τα σχετικά σπάνια μηνύματα υπέρ της ενίσχυσης του εισοδήματος των εργαζομένων που ακούμε από επίσημες «δεξαμενές σκέψης».
Εχουμε συνηθίσει να ακούμε συστάσεις από τον ΣΕΒ ή το ΙΟΒΕ για «σύνεση» στις αυξήσεις, όπως και στριφνές και χωρίς τεκμηρίωση «αναλύσεις», ότι η αύξηση που δόθηκε το 2019, ύστερα από έξι χρόνια περικοπών και εξευτελιστικής διατίμησης της εργασίας, τάχα δυσχεραίνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την αύξηση της απασχόλησης.
Εχουμε κορεστεί, επίσης, από τις υποδείξεις του ΔΝΤ, ότι πρέπει να αποφευχθεί η ανατροπή των εργασιακών «μεταρρυθμίσεων» της μνημονιακής περιόδου, όπου μεταρρυθμίσεις βαφτίζονται η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και της διαιτησίας και η ξαφνική ισοπέδωση του κατώτατου μισθού.
Εχουμε -όλοι οι εργαζόμενοι- κουραστεί να ακούμε μεγαλόστομες διακηρύξεις για επιστροφή στην κανονικότητα. Ακόμη και από αυτή την κυβέρνηση, που ως αντιπολίτευση -και μάλιστα μέσω του αρχηγού της και νυν πρωθυπουργού- υποσχόταν αυξήσεις μισθών διπλάσιες του ρυθμού ανάπτυξης.
Τι σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα για τον κόσμο της εργασίας, που υπέστη τα ισχυρότερα πλήγματα από τις πολιτικές των μνημονίων; Προφανώς, τα δύο κρισιμότερα ζητήματα είναι η αποκατάσταση των μισθών σε αξιοπρεπή επίπεδα και η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Οι εργοδοτικοί φορείς και η κυβέρνηση υπαινίσσονται -όταν δεν το λένε ανοιχτά- ότι μισθοί και ανεργία είναι ευθέως ανάλογα μεγέθη. Δηλαδή ότι η αύξηση των μισθών «πληρώνεται» με αύξηση της ανεργίας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα και αυτό το απέδειξε αντίστροφα η εμπειρία των μνημονίων. Η περικοπή των μισθών κατά 25% δεν εμπόδισε την εκτίναξη της ανεργίας κοντά στο 30%.
Επιστροφή στην κανονικότητα της εργασίας σημαίνει να απαλλαγούμε από νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες, μύθους και πλάνες. Σημαίνει, πριν από όλα, να απελευθερωθούν οι συντελεστές της παραγωγής, η εργασία και το κεφάλαιο, από τους «έκτακτους» καταναγκασμούς της μνημονιακής «απόκλισης». Να διαπραγματευτούν ελεύθερα τις αυξήσεις στους μισθούς και όλους τους θεμελιώδεις όρους εργασίας.