Κορονοϊός: Γιατί επιμένει η κυβέρνηση να ανοίξει τα σχολεία - Αντίθετοι οι επιστήμονες


Στις 6 Απριλίου ο Ηλίας Μόσιαλος, ο καθηγητής του LSE που η κυβέρνηση έχει ορίσει εκπρόσωπο της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς για τον κορονοϊό, δήλωνε στον Σκάι ότι «προσωπικά, θα ήμουν πολύ διστακτικός για το άνοιγμα των σχολείων».
«Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί», έλεγε τότε και πρόσθετε: «Αν αποφασιστεί άνοιγμα των σχολείων, αυτό θα έπρεπε να γίνει για την τελευταία τάξη και με μοντέλο "ζωνών διδασκαλίας", να μην γυρίσουν όλοι οι μαθητές». Ο ίδιος, δε, εξηγούσε πως από τα επιστημονικά δεδομένα διεθνώς προκύπτει ότι οι μαθητές είναι, κατά το πλείστον, ασυμπτωματικοί στον κορονοϊό και επομένως, επιστρέφοντας στα σχολεία, μπορούν να κάνουν μεγαλύτερη διασπορά στον πληθυσμό.
Έκτοτε, και κυρίως αφότου έγινε γνωστή η πρόθεση της κυβέρνησης να επαναλειτουργήσει, έστω και σταδιακά, όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ο Ηλίας Μόσιαλος έχει αποφύγει να αναφερθεί ξανά στο θέμα. Συνήθως παραπέμπει στην επιστημονική επιτροπή του υπουργείου Υγείας, αλλά οι επιφυλάξεις του παραμένουν, και σύμφωνα με τις πληροφορίες τις έχει επικοινωνήσει πλήρως και στον ίδιο τον πρωθυπουργό.
Αντίστοιχες - και ισχυρές - επιφυλάξεις διατηρούν και αρκετοί από τους επιστήμονες που μετέχουν στην επιτροπή του υπουργείου Υγείας υπό τον Σωτήρη Τσιόδρα. Εμφανίζονται ιδιαιτέρως διστακτικοί κυρίως σε ό,τι αφορά την επαναλειτουργία των δημοτικών σχολείων και των γυμνασίων καθώς στις μικρότερες ηλικίες είναι εξαιρετικά δύσκολο να εμπεδωθούν κανόνες ασφαλείας και «κοινωνικής αποστασιοποίησης», ενώ επισημαίνουν και το γεγονός πως μια πλήρης επιστροφή στα σχολεία εν μέσω πανδημίας θα προϋπέθετε την διεξαγωγή μαζικών τεστ για τον κορονοϊό που, επί του παρόντος, δεν υπάρχουν και δεν προβλέπονται. Οι περισσότεροι, δε, θεωρούν επισφαλή - έως και επικίνδυνη - την άποψη που εκφράζεται από κάποιους συναδέλφους τους ότι η έκθεση των μικρότερων ηλικιών στον ιό μπορεί να αποτελεί πρόσφορη μέθοδο για να χτιστεί η συλλογική ανοσία αφού τα παιδιά εμφανίζουν χαμηλό κίνδυνο να νοσήσουν βαριά.
Η συζήτηση αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη ακόμη και χθες το βράδυ στην αρμόδια υπο-επιτροπή του υπουργείου Υγείας, χωρίς ακόμη να υπάρχουν τελικά συμπεράσματα και εισηγήσεις. Είναι ενδεικτικό, άλλωστε, ότι και στην γενική εισήγηση για την στρατηγική και το πλαίσιο άρσης των περιοριστικών μέτρων που παραδόθηκε το Σάββατο στον Κυριάκο Μητσοτάκη, η επιτροπή δεν δίνει ούτε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, ούτε κατεύθυνση για το ποιες εκπαιδευτικές βαθμίδες πρέπει να επαναλειτουργήσουν πλην της τρίτης Λυκείου.
Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που έδωσε χθες και ο Σωτήρης Τσιόδρας για το θέμα λέγοντας πως η επιτροπή πρότεινε «σταδιακή και υπό προϋποθέσεις λειτουργία των σχολείων, πάντοτε παρακολουθώντας τα επιδημιολογικά δεδομένα». «Ούτε σαφή ημερομηνία βάλαμε», είπε, «ούτε τον ακριβή τρόπο με τον οποίο θα γίνει η επάνοδος».
 Τούτων δοθέντων, είναι προφανές πως η πίεση που ασκείται για την επαναλειτουργία όλων των σχολικών βαθμίδων είναι καθαρά πολιτική,όπως και οι αποφάσεις που θα ληφθούν τελικά. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις σημερινές του δηλώσεις δεν πρόκειται να αναφερθεί σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επιστροφής των μαθητών στα θρανία πλην της τρίτης Λυκείου, η πολιτική κατεύθυνση όμως που υπάρχει είναι να επαναλειτουργήσουν - έστω και για λίγες εβδομάδες, είτε έως τα τέλη Ιουνίου, είτε ακόμη κι έως τις αρχές Ιουλίου - και τα Γυμνάσια και τα δημοτικά.

Πίσω από αυτή την κατεύθυνση και την πίεση βρίσκονται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, δύο παράγοντες: Ο πρώτος είναι η επιδίωξη της κυβέρνησης να σταματήσουν άμεσα οι άδειες «ειδικού σκοπού» στον ιδιωτικό τομέα για τους εργαζόμενους που έχουν παιδιά έως 15 ετών. Ο δεύτερος, και βασικότερος, παράγοντας είναι η πίεση που ασκούν οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων για επαναλειτουργία έστω και τριών εβδομάδων, καθώς σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύουν να χάσουν τα έσοδα από τα δίδακτρα του τελευταίου τριμήνου τα οποία πολλοί γονείς ήδη αρνούνται να καταβάλουν αφού δεν λειτούργησαν τα σχολεία. Η τηλε-εκπαίδευση που εφάρμοσαν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια δεν θεωρείται επαρκής για να καλύψει, τυπικά και εισοδηματικά, το κενό αφού ειδικά στις τάξεις του δημοτικού εμφάνιζε εύλογες αδυναμίες. Οι ίδιες πληροφορίες, μάλιστα, αναφέρουν ότι ιδιοκτήτες μεγάλων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων της Αθήνας έχουν πάρει διαβεβαιώσεις από την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας πως «τα σχολεία, των δημοτικών συμπεριλαμβανομένων, θα λειτουργήσουν οπωσδήποτε»…