Η κυβέρνηση έφερε ύφεση στην οικονομία πριν τον κορονοϊό


Το πιο δύσκολο σενάριο για την ελληνική οικονομία μετά την πανδημία έρχονται να ενισχύσουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου – στοιχεία τα οποία δείχνουν πως, στην πραγματικότητα, η χώρα μας μπήκε σε τροχιά ύφεσης πριν καν την χτυπήσει η κρίση του κορονοϊού.
Όπως ανακοίνωσε σήμερα η ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου συρρικνώθηκε κατά 0,9% σε ετήσια βάση και κατά 1,6% σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2019.

Πρόκειται για μία πτώση που δεν μπορεί να αποδοθεί στο lockdown καθώς το πρώτο τρίμηνο περιλαμβάνει μόνον 15 ημέρες εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων για την ανάσχεση του κορονοϊού, δηλαδή μόνον το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου.
Το γεγονός αυτό δείχνει καθαρά πως η ελληνική οικονομία είχε ήδη μπει σε πορεία συρρίκνωσης πριν από το lockdown – μια πορεία, η οποία άλλωστε είχε γίνει ήδη ορατή από το τέταρτο τρίμηνο του 2019, όταν το ΑΕΠ είχε μειωθεί κατά 0,7% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο ενώ και σε ετήσια βάση (σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2018) η αύξησή του ήταν μόλις 1%.
Συγκεκριμένα το δεύτερο τρίμηνο του 2019, όταν και ανέλαβε τη διακυβέρνηση η ΝΔ, η ανάπτυξη ήταν 2,8%, ωστόσο ακολούθησε πτωτική πορεία τα επόμενα τρίμηνα με 2,3% το τρίτο τρίμηνο και 1% το τέταρτο. 
Με αφετηρία αυτή την εικόνα γίνεται προφανώς, ότι τα χειρότερα για την ελληνική οικονομία έπονται και εντοπίζονται κυρίως στο δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο της χρονιάς. Το δεύτερο τρίμηνο, το διάστημα Απριλίου – Ιουνίου, είναι εκείνο που θα φέρει και το πλήρες αποτύπωμα του lockdown με το καθολικό κλείσιμο της οικονομικής δραστηριότητας, ενώ τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο τρίμηνο είναι οι περίοδοι εκείνες στις οποίες  παγίως καταγράφεται και η μεγαλύτερη επίδραση του τουρισμού στο ΑΕΠ.
Τούτων δοθέντων, αρκετοί αναλυτές, συνεκτιμώντας τα σημερινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, θεωρούν πλέον ως καλό σενάριο την πρόβλεψη της Κομισιόν για ύφεση κοντά στο 10% στο σύνολο του 2020. Ο υπουργός ΟικονομικώνΧρήστος Σταϊκούρας και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας επιχείρησαν να δώσουν διαφορετική εκδοχή αυτής της εικόνας, επισημαίνοντας ότι η ύφεση στην Ελλάδα στο πρώτο τρίμηνο ήταν μικρότερη από εκείνη που καταγράφηκε σε άλλες χώρες της ευρωζώνης. Συνολικά, ο μέσος όρος της ύφεσης στην ευρωζώνη στο πρώτο τρίμηνο ήταν 3,2%, όμως και ο υπουργός Οικονομικών και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αποσιωπούν το γεγονός πως η πανδημία είχε φθάσει στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες νωρίτερα από την Ελλάδα αναγκάζοντάς τες να πάρουν νωρίτερα τα περιοριστικά μέτρα.
Όπως επίσης τονίζει ο τομεάρχης Οικονομίας του ΣΥΡΙΖΑ Ευκλείδης Τσακαλώτος το υπουργείο Οικονομικών αγνοεί και το γεγονός ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες «είναι εκτεθειμένες με διαφορετική χρονικότητα στις διεθνείς διακυμάνσεις μέσω αλυσίδων αξίας (ιδιαίτερα ως προς την Κίνα)», καθώς και ότι «στην δική μας περίπτωση η εποχικότητα επηρεάζεται περισσότερο από τον τουρισμό, δηλαδή τα επόμενα δυο τρίμηνα».
«Είναι λοιπόν προφανές ότι λόγω της υγειονομικής κρίσης και των χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας η ύφεση θα ενταθεί στο 2ο και 3ο τρίμηνο», επισημαίνει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος.
Η πραγματικότητα αυτή, παρ’ ότι δεν ομολογείται, είναι γνωστή στο υπουργείο Οικονομικών και αποτελεί πηγή ισχυρού προβληματισμού. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μάλιστα, ο προβληματισμός αυτός εντείνεται και από τα μηνύματα που έρχονται από τις Βρυξέλλες και δείχνουν ότι ούτε η προοπτική της «εξόδου -εξπρές» από την ύφεση με όχημα τα ευρωπαϊκά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης  θα είναι ούτε τόσο εύκολη, ούτε τόσο ανώδυνη όσο θέλει να διακηρύσσει η κυβέρνηση.

Κατά τις εν λόγω πληροφορίες, ο σκληρός άξονας του Βορρά (Ολλανδία, Δανία, Σουηδία, Αυστρία) θέτει ισχυρά προαπαιτούμενα στο τραπέζι προκειμένου να συναινέσει στην σύσταση του Ταμείου, κι ένα από αυτά είναι οι περιορισμοί στην δημοσιονομική χαλάρωση για τις χώρες που έχουν υψηλό χρέος. Πρόκειται για μια απαίτηση που «φωτογραφίζει» ευθέως την Ιταλία και την Ελλάδα, κι εάν δεν υπάρξει ισχυρή αντίσταση από την κυβέρνηση της Ρώμης παραμένει άκρως αμφίβολο εάν θα δοθεί και στην Ελλάδα η δυνατότητα να ξεφύγει από την τήρηση αυστηρών στόχων σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα – στόχων, που είναι πιθανό να τεθούν ως προϋποθέσεις για να εκταμιεύονται οι κοινοτικοί πόροι.