Το κοινωνικό ισοζύγιο του προϋπολογισμού

Το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2020, που κατέθεσε χθες η κυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη, βάσει της συνταγματικής και ευρωπαϊκής υποχρέωσής της, κινείται σε περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας. Αυτό, βεβαίως, ισχύει λίγο-πολύ για όλα τα προσχέδια προϋπολογισμού, ιδιαίτερα αυτά των μνημονιακών χρόνων.

Η ιδιομορφία αυτού του προϋπολογισμού, του δεύτερου με το καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας, είναι ότι όφειλε να ανταποκριθεί στις μεγάλες προσδοκίες που καλλιέργησε προεκλογικά η Ν.Δ. και μετεκλογικά η κυβέρνησή της για απαλλαγή από τον «βραχνά της υπερφορολόγησης», ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης.
Τυπικά, η κυβέρνηση ανταποκρίνεται σε αυτές τις προσδοκίες. Οι υποσχέσεις για μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, των μερισμάτων, της οικοδομής και των φυσικών προσώπων περιλαμβάνονται στις προβλέψεις του προϋπολογισμού, έστω και άνισα κατανεμημένες υπέρ της επιχειρηματικής ελίτ.
Ωστόσο, αυτές οι ελαφρύνσεις αντισταθμίζονται από ίσης και μεγαλύτερης αξίας επιβαρύνσεις, κυρίως φορολογικές, οι οποίες κρύβονται πίσω από τα προσχήματα για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και για την περίφημη «διεύρυνση της φορολογικής βάσης».
Το μεγαλύτερο μέρος των πρόσθετων φορολογικών εσόδων, που χρειάζεται η κυβέρνηση για να πείσει τους δανειστές ότι ο νέος προϋπολογισμός δεν έχει κενό -περίπου 800 εκατ. ευρώ-, θα επιβαρύνει ευρύτατα λαϊκά στρώματα. Πρώτα, μέσα από την επέκταση του ΕΝΦΙΑ και των αντικειμενικών τιμών σε κάθε είδους ακίνητο, που σχεδόν κάθε φορολογούμενος έχει την τύχη -ή την ατυχία- να κατέχει: από το ξεχασμένο βοσκοτόπι που του άφησε ο παππούς του μέχρι το απαξιωμένο, εκτός σχεδίου και μη οικοδομήσιμο οικόπεδο που κληρονόμησε. Και έπειτα με το κυνήγι του αφορολογήτου μέσω του πλαστικού χρήματος.
Ακόμη και ο μισθωτός του ισχνού κατώτατου μισθού ή ο συνταξιούχος της «εθνικής σύνταξης» εκβιάζεται με την απώλεια του αφορολογήτου, αν δεν είναι συνεπής «διώκτης» της φοροδιαφυγής.
Το ισοζύγιο ελαφρύνσεων και επιβαρύνσεων που προβλέπει το προσχέδιο προϋπολογισμού της κυβέρνησης της Ν.Δ., εκ πρώτης όψεως, ό,τι δίνει στη μια τσέπη των φορολογουμένων, τους τα παίρνει από την άλλη. Αλλά ενδέχεται να αποδειχτεί κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: μια πολιτική χρηματοδότησης της φοροελάφρυνσης των επιχειρήσεων από τους υπόλοιπους φορολογουμένους.
Και τελικά ένας μηχανισμός αναδιανομής πλούτου από τους πολλούς ασθενέστερους στους λίγους οικονομικά ισχυρούς.
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών