163 οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί στηρίζουν το Μανιφέστο του Κόρμπιν


163 οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί υπέγραψαν δημόσια επιστολή προσφέροντας ευρεία στήριξη στις προτάσεις του Τζέρεμι Κόρμπιν για υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις για να υπάρξει ώθηση στην ανάπτυξη και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα.

Με την επιστολή που δημοσιεύθηκε στους Financial Times οι υπογράφοντες ασκούν δριμεία κριτική στους Τόρις για τις φτωχές οικονομικές επιδόσεις της Μεγάλης Βρετανίας την περασμένη δεκαετία, ζητώντας "σοβαρές δημόσιες επενδύσεις" και τονίζοντας ότι "η οικονομία θα επωφεληθεί από τη μεγαλύτερη συμμετοχή του κράτους στις επενδύσεις και την αγορά".

"Είναι σαφές για εμάς ότι το Εργατικό Κόμμα όχι μόνο κατανόησε τα βαθιά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως χώρα, αλλά έχει προχωρήσει στην κατάθεση σοβαρών προτάσεων για την αντιμετώπισή τους", συμπληρώνουν και τονίζουν ότι "πιστεύουμε ότι αξίζει να διαμορφωθεί η επόμενη κυβέρνηση γύρω από τον Τζέρεμι Κόρμπιν".

Ο Michael Jacobs, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Σέφιλντ, ο οποίος συντόνισε αυτή την πρωτοβουλία, δήλωσε ότι ήταν απροσδόκητα εύκολο να βρεθούν οικονομολόγοι πρόθυμοι να υπογράψουν. "Το πιο εύκολο πράγμα που μπορούσαν να κάνουν οι ακαδημαϊκοί και οι οικονομολόγοι είναι να στηρίξουν τις προτάσεις Κόρμπιν", δήλωσε, προσθέτοντας ότι "αν και οι ακαδημαϊκοί γενικά δεν παίρνουν ανοιχτά θέση, στην προκειμένη περίπτωση οι περισσότεροι ήταν πρόθυμοι να συμφωνήσουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει μια κρίσιμη πρόκληση, για το εάν θα συνεχιστεί η υποβάθμιση της εργασίας και των δημόσιων υπηρεσιών, ή θα προχωρήσει η χώρα μπροστά με μια νέα προοδευτική και αριστερή διακυβέρνηση".

Ανάμεσα στα πρόσωπα που ανέλαβαν την πρωτοβουλία να προωθήσουν την συγκεκριμένη επιστολή περιλαμβάνεται και ο David Blanchflower, καθηγητής οικονομικών στο Dartmouth College στις ΗΠΑ, ο οποίος δημοσίως είχε δηλώσει το 2015 ότι "οι προτάσεις των Εργατικών στο πεδίο της οικονομίας ήταν άστοχες και υπερβολικά φιλόδοξες". Σήμερα έχει εντελώς διαφορετική άποψη, και για όσα "κατάφεραν" οι Τόρις, και για όσα προτείνει ο Κόρμπιν. 

Οι άλλοι βασικοί εισηγητές ήταν η Victoria Chick, καθηγήτρια του Οικονομικού Πανεπιστημίου του Λονδίνου, ο Meghnad Desai, ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο London School of Economics, η Stephany Griffith-Jones, ομότιμη καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Μελετών Ανάπτυξης του Λονδίνου και ο Simon Wren-Lewis, ομότιμος καθηγητής οικονομικών στο Merton College, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Η επιστολή αμφισβήτησε τον ισχυρισμό των Τόρις ότι από το 2010 η χώρα έχει "ισχυρή οικονομία", υπογραμμίζοντας ότι υπήρξαν "10 χρόνια σχεδόν μηδενικής αύξησης της παραγωγικότητας, στάσιμες επενδύσεις, χαμηλή αύξηση μισθών, όλο και περισσότερο απαξιωμένες δημόσιες υπηρεσίες".

Με τις επενδύσεις των επιχειρήσεων να έχουν μειωθεί σημαντικά για πάνω δύο χρόνια, οι συγγραφείς της επιστολής ανέφεραν ότι οι υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις θα βοηθούσαν στην αύξηση της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας και της απασχόλησης, καθώς και στη "μόχλευση ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων που θα προέκυπταν από την προσδοκία μεγαλύτερης ζήτησης".

Οι υπογράφοντες σημείωσαν ακόμη πως η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων από μόνη της δεν αρκεί, παρά εάν συνοδευτούν με αποτελεσματικές πολιτικές αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου, προσθέτοντας ότι "έχουμε πειστεί ότι μια κυβέρνηση Κόρμπιν μπορεί να είναι αποτελεσματική σε αυτό το πεδίο".