Βία και εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική: Μια διαρκής διαδικασία χειραφέτησης

Το ζήτημα της διαρκούς διαδικασίας κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης της Λατινικής Αμερικής το είχε θέσει με πολύ γλαφυρό τρόπο ο μεγάλος Ουρουγουανός συγγραφέας και χρονικογράφος, Εδουάρδο Γκαλεάνο, στο βιβλίο του «Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής». Μίλησε για τις «μικρές και μεγάλες πατρίδες», για τη μαγεία που μας ασκούν πολλές στιγμές από την πλούσια πολιτισμική διαδρομή της ηπείρου, για τις έντονα ιδεολογικοποιημένες αναγνώσεις της ιστορίας της, τους χιλιάδες εξαφανισμένους από τις σκληρές δικτατορίες των δεκαετιών 1960 και 1970.
Στη Λατινική Αμερική λαμβάνουν χώρα κρίσιμοι πολιτικοί πειραματισμοί που αναπτύσσονται γύρω από δύο κεντρικούς άξονες: πρώτον, την «αριστερή στροφή» κυβερνήσεων και εμβληματικών ηγετών του αριστερού και προοδευτικού χώρου και, δεύτερον, την άνοδο στην εξουσία ακραία νεοφιλελεύθερων ηγετών με τη στήριξη των ΜΜΕ, της τοπικής ολιγαρχίας και παραστρατιωτικών ομάδων. Στην περίπτωση της Βολιβίας, με το πραξικόπημα εναντίον του Έβο Μοράλες, και στη Χιλή με τις κλιμακούμενες κινητοποιήσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών εδώ και πάνω από ένα μήνα, αντανακλάται με μεγάλη ένταση η σύγκρουση αυτών των δύο πλευρών. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση, όπως στη Βενεζουέλα, στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στο Εκουαδόρ.
Κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, όπου η ήπειρος βρέθηκε να διοικείται από μια ομάδα προοδευτικών πολιτικών, όπως ο Τσάβες, ο Λούλα, ο Κίρχνερ και η Φερνάντες, ο Μοράλες, ο Κορέα και ο Μουχίκα, έγιναν μεγάλα βήματα σε όλα τα επίπεδα. Στην οικονομία προωθήθηκαν αναδιανεμητικές πολιτικές που ευνόησαν τα λαϊκά στρώματα, καταπολεμήθηκε η φτώχεια και ο αναλφαβητισμός, ενισχύθηκε το βιοτικό επίπεδο για τη μεγάλη πλειοψηφία, ενώ στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο ενισχύθηκαν οι δημοκρατικοί θεσμοί και διαμορφώθηκε μια νέα, ισχυρή συλλογική ταυτότητα που περιθωριοποίησε τους εθνοτικούς και φυλετικούς αποκλεισμούς προηγούμενων πολιτικών δεξιών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων.
Ωστόσο η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση κλόνισε τις τοπικές οικονομίες και ανέδειξε τα όρια των προοδευτικών πολιτικών μέσα σε συνθήκες καπιταλισμού-καζίνο. Οι ρυθμοί ανάπτυξης έπεσαν, τα δημόσια ελλείμματα αυξήθηκαν, οι πληθωριστικές τάσεις ενισχύθηκαν, αναδεικνύοντας και τα δομικά προβλήματα των λατινοαμερικάνικων οικονομιών. Η διαφοροποίηση των πηγών εθνικού πλούτου δεν προχώρησε αποτελεσματικά, με πολλά κράτη να στηρίζονται στον ενεργειακό, φυσικό και ορυκτό τους πλούτο, χωρίς να βελτιώνονται οι υποδομές και να εκσυγχρονίζεται η τεχνολογία. Οι ίδιες οι αριστερές ηγεσίες απέτυχαν σε σημαντικό βαθμό να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέψουμε τον διαρκώς παρεμβατικό ρόλο των τοπικών ολιγαρχιών και τον άμεσο ή έμμεσο ρόλο των ΗΠΑ στην (πολιτική) εξουδετέρωση πολιτικών ηγετών.
Η Βολιβία είναι μια από τις πρόσφατες, χαρακτηριστικές περιπτώσεις, με τον Μοράλες να επικρατεί σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2006 και μετά, να διατηρεί υψηλά ποσοστά δημοφιλίας, να διευρύνει το έρεισμά του πέρα από τις παραδοσιακές ομάδες που τον στηρίζουν, να διαμορφώνει συνθήκες πρωτόγνωρης πολιτικής ομαλότητας – θετικές δηλαδή εξελίξεις που ήταν ενάντια σε συγκεκριμένα συμφέροντα που επί δεκαετίες απομυζούσαν τον εθνικό πλούτο της χώρας εις βάρος των κοινωνικών συμφερόντων.
Πίσω από το πραξικόπημα στη χώρα βρίσκεται ένα καλά οργανωμένο δίκτυο ακροδεξιών ολιγαρχών που μέσα από παράλληλες ομάδες επιρροής κηρύττουν το ευαγγελικό δόγμα, κάνουν εμπόριο όπλων, οργανώνουν και συντηρούν παραστρατιωτικές ομάδες. Οι ομάδες αυτές δρουν εκβιαστικά, κυνηγούν και βιαιοπραγούν εναντίον ιθαγενών πληθυσμών και λειτουργούν ως εμποσθοφυλακή για τα συμφέροντα της ολιγαρχίας που υπηρετούν: Κινητοποιούνται για την κατάλυση της δημοκρατίας, εκφοβίζοντας τους πολίτες, με στόχο την παράλυση του κρατικού μηχανισμού, τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τη φίμωση κάθε δημοκρατικής φωνής. Αυτό το σχέδιο το είδαμε να προχωρά, χωρίς όμως αποτέλεσμα, στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το είδαμε επίσης με «κομψό» και συγκεκαλυμμένο τρόπο και στην προεκλογική εκστρατεία του Μπολσονάρου στη Βραζιλία, οπού δόθηκε έμφαση σε μια εκστρατεία φόβου, με κεντρικό στοιχείο το δόγμα «νόμος και τάξη», και την πολιτική δίωξη του Λούλα ντα Σίλβα για να μην συμμετάσχει στις εκλογές.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, κρίσιμος είναι ο ρόλος του Μεξικού. Στην ηγεσία της χώρας βρίσκεται από τα τέλη του περασμένου Δεκεμβρίου ο Λόπες Ομπραδόρ, ένας ευφυής, έμπειρος, προοδευτικός και οραματιστής ηγέτης, που κέρδισε τις προεδρικές εκλογές τον Ιούλιο 2018 με έναν ευρύ πολιτικό συνασπισμό κεντροαριστερών και αριστερών κομμάτων, το Juntos Haremos Victoria, απέναντι σε ένα βαθύτατα συντηρητικό και διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο.
Η αντίδραση του Ομπραδόρ στο πραξικόπημα στη Βολιβία υπήρξε ταχύτατη. Πρώτος έκανε δήλωση στήριξης στον Μοράλες, πρώτος του παρείχε πολιτικό άσυλο και τον υποδέχθηκε θερμά στη χώρα του, τον ενέταξε στο κυβερνητικό σχήμα και ανακοίνωσε πως ξεκινά μαζί του και μαζί με άλλους ηγέτες, όπως ο Λούλα στη Βραζιλία και ο Φερνάντες στην Αργεντινή, αγώνα για την ενίσχυση των προοδευτικών δυνάμεων, την ειρήνη και την κοινωνική δικαιοσύνη σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Αντίστοιχη και η αντίδρασή του για τις εξελίξεις στη Χιλή, όπου στήριξε άμεσα το αίτημα των πολιτών και των συλλογικοτήτων για αναθεώρηση του συντάγματος και παραίτηση της κυβέρνησης Πινιέρα.
Όσα διαδραματίζονται αυτό το διάστημα σε πολλά κράτη της ηπείρου δεν αποτελούν παρά ισχυρό μήνυμα νέων πολιτικών ανακατατάξεων στην περιοχή και νέων εξελίξεων, που θα επηρεάσουν αναμφίβολα και την παγκόσμια πολιτική σκηνή. Η Λατινική Αμερική εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγάλες δυνατότητες και μεγάλο ενδιαφέρον, ακροβατώντας μεταξύ μιας σκληρής πραγματικότητας και μιας μεγάλης υπόσχεσης, καθιστώντας ακόμη πιο αναγκαία και ενδιαφέρουσα την ανάγνωση και ερμηνεία των διδαγμάτων της ιστορίας της.
Πηγή: Αυγή, Δ. Ραπίδης