3 συμπεράσματα για τις βρετανικές εκλογές και την ήττα του Κόρμπιν


Οι Συντηρητικοί του Μπόρις Τζόνσον κατήγαγαν μια καθαρή νίκη, τη μεγαλύτερη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 επί Θάτσερ. Μια νίκη που ανοίγει το δρόμο για το Brexit στη βάση της υπάρχουσας συμφωνίας ΕΕ – Μεγάλης Βρετανίας. Η άνετη πλειοψηφία που εξασφάλισαν οι Τόρις δεν αφήνει περιθώρια για πισωγυρίσματα και καθυστερήσεις: Θα πρέπει να περιμένουμε ότι το Brexit, σε κάτι λιγότερο από τέσσερα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016, θα πραγματοποιηθεί και η χώρα θα εισέλθει σε μια νέα περίοδο, σε αχαρτογράφητα νερά. 

Το Brexit καθόρισε το αποτέλεσμα των εκλογών 

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, το Brexit καθόρισε το αποτέλεσμα των εκλογών. Ήδη από τις ευρωεκλογές του Μαΐου είχε φανεί ότι ένα μεγάλο μέρος της βρετανικής κοινωνίας ήθελε «καθαρές κουβέντες» για το Brexit, μια καθαρή πρόταση που θα διασφάλιζε στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα συμφέροντα της Μεγάλη Βρετανίας. Το κόμμα του Φάρατζ σάρωσε στις ευρωεκλογές όχι γιατί είχε καθαρή θέση και πρόταση, αλλά γιατί επένδυσε στην κόπωση των Βρετανών από τις παλινωδίες των Εργατικών και την αμφιλεγόμενη συμφωνία που έφεραν οι Συντηρητικοί της Τερέζας Μέι στη Βουλή των Κοινοτήτων. 

Από το καλοκαίρι μέχρι και τις εθνικές εκλογές, οι Εργατικοί δεν κατάφεραν να αποκρυσταλλώσουν τη θέση τους. Απλά εμπόδιζαν, μαζί με μια μερίδα των Τόρις, τον Τζόνσον να περάσει τη συμφωνία. Για σημαντικό μέρος της κοινωνίας ο Κόρμπιν κέρδιζε χρόνο, χωρίς όμως να ξέρει πώς να τον αξιοποιήσει. Κάποια στιγμή το πολιτικό κεφάλαιο που επενδύθηκε από τους Εργατικούς «γύρισε μπούμερανγκ». Οι δημοσκοπήσεις το έδειχναν, αλλά οι Εργατικοί πόνταραν στη δυναμική που θα είχε το «Μανιφέστο Κόρμπιν» ώστε να ανατρέψουν την κατάσταση.

Το Μανιφέστο δεν έπεισε 

Το πρόγραμμα των Εργατικών ήταν γεμάτο προοδευτικές ιδέες που αναδείκνυαν το ρόλο του κράτους ως «ατμομηχανής» προς ένα νέο βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο μοντέλο ανάπτυξης, απέναντι στην κοινωνική ανασφάλεια που γεννούσε το Brexit και οι συνέπειες των πολιτικών των Τόρις στο δημόσιο σύστημα υγείας, στην εκπαίδευση και στην ασφάλιση. 

Οι πόλεις του πρώην βιομηχανοποιημένου Βορρά ωστόσο επέλεξαν να στηρίξουν τους Τόρις, ενώ ένα σημαντικό μέρος της ψήφου μετακινήθηκε από τους Εργατικούς στους Φιλελεύθερους Δημοκράτες, τους Πράσινους και το σκοτσέζικο SNP. Οι Εργατικοί έχασαν 2.500.000 ψήφους σε σχέση με τις εκλογές του 2017: περίπου 800.000 ψηφοφόροι μετακινήθηκαν στους Συντηρητικούς, 1.100.000 κατευθύνθηκαν προς τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες και οι υπόλοιποι μοιράστηκαν σε Πράσινους και SNP. Η πλειοψηφία δηλαδή όσων εγκατέλειψαν τους Εργατικούς στήριξαν κόμματα που ήταν ξεκάθαρα υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, ενώ λιγότεροι μετακινήθηκαν προς τους Τόρις – κυρίως ψηφοφόροι που στήριξαν το Brexit, αλλά ψήφιζαν υπέρ των Εργατικών σε πολλές εκλογικές αναμετρήσεις. 

Από τον Μάρτιο του 2019 μέχρι και το τέλος του καλοκαιριού, οι Εργατικοί είχαν καθοδική δημοσκοπική πορεία, καθώς από το 35% βρέθηκαν στο 22%. Το ίδιο συνέβη όμως και με τους Τόρις, που από το 40% βρέθηκαν στο 19%, λόγω του Brexit Party του Φάρατζ, που απορρόφησε πολύ μεγάλο μέρος της συντηρητικής ψήφου. Ωστόσο, η ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Τζόνσον, σκληρό υπέρμαχο του Brexit, ανέτρεψε τα δεδομένα και απορρόφησε την ψήφο που είχε μετακινηθεί προς τον Φάρατζ. Μια κίνηση των Τόρις που τελικά αποδείχθηκε έξυπνη τακτικά και αποτελεσματική εκλογικά. 

Το οικονομικό πρόγραμμα του Κόρμπιν δεν έπεισε τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών – ή τουλάχιστον δεν αρκούσε για να ανατρέψει την κατάσταση. Το Μανιφέστο δεν προέβλεπε συγκεκριμένα βήματα σε ζητήματα ασφάλειας που απασχολούν τη βρετανική κοινωνία. Όσο πειστικά επιχειρηματολογούσε σχετικά με την οικονομική ανάκαμψη και την ανάγκη ισχυροποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, τόσο γενικόλογες ήταν οι προτεινόμενες πολιτικές για την αντιμετώπιση της εργασιακής ανασφάλειας, την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και των ναρκωτικών αλλά και το χειρισμό ζητημάτων εθνικής ασφάλειας, τα οποία η ηγεσία Κόρμπιν αγνόησε. Τα κοινωνικά στρώματα που αναζητούσαν συγκεκριμένες προτάσεις στα παραπάνω ζητήματα κινήθηκαν προς όλα τα υπόλοιπα κόμματα, όχι όμως προς τους Τόρις – κρίσιμες διαρροές στην ψήφο, που έκριναν το αποτέλεσμα και το χαμηλό ποσοστό συσπείρωσης των Εργατικών.

Νέες δυναμικές εντός της βρετανικής κοινωνίας 

Το αποτέλεσμα των εκλογών έδειξε πως η βρετανική κοινωνία βρίσκεται σε διαδικασία μετασχηματισμού, καθώς νέα κοινωνικά αιτήματα αναδύονται στη δημόσια σφαίρα. Οι ενδοταξικές και διαγενεακές συγκρούσεις φαίνεται ότι αποτυπώνονται έντονα στην ψήφο αυτών των εκλογών, με τις νεότερες ηλικίες, τις περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες, τους μισθωτούς και μικρούς ελεύθερους επαγγελματίες να στηρίζουν τον Κόρμπιν. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των συνταξιούχων κι ένα σημαντικό μέρος εκείνων που θέλουν την έξοδο από την ΕΕ, ηλικιακές ομάδες άνω των 50 ετών που βρίσκονται στην κατώτερη και μεσαία εισοδηματική κλίμακα στήριξαν τον Τζόνσον. 

Η πλειοψηφία των Βρετανών πολιτών, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους προτιμήσεις, νιώθει ανασφάλεια και έντονη ανησυχία για την επόμενη μέρα. Η διάσταση αυτή δεν είχε μπει μέχρι σήμερα στην ευρύτερη «εξίσωση» των προοδευτικών κομμάτων, και δεν κατάφεραν ο Κόρμπιν και το Εργατικό κόμμα να τη διαχειριστούν αποτελεσματικά. 

Κρίσιμο για την πορεία από εδώ και στο εξής είναι το γεγονός πως οι «πολιτισμικοί διαχωρισμοί», όπως τους αποκαλούν οι Βρετανοί, διαμορφώνονται και αναπτύσσονται πέρα από τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες και το οικονομικό περιβάλλον. Τα στατιστικά δεδομένα και η εκλογική/πολιτική συμπεριφορά των Βρετανών από το 2016 και μετά δείχνουν πως η κοινωνία βρίσκεται σε διαδικασία μετασχηματισμού, στη βάση της οποίας βρίσκεται το Brexit και ο τρόπος με τον οποίο αυτό επηρεάζει τις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις αλλά και συνολικά τη θέση της Μεγάλης Βρετανίας στο νέο ευρωπαϊκό και περιφερειακό περιβάλλον. Οι Τόρις μπορεί να πέτυχαν μια μεγάλη νίκη και οι Εργατικοί να υπέστησαν μια βαριά ήττα, ωστόσο το σημερινά δεδομένα δείχνουν πως υπάρχει μια διαρκής κίνηση στους κόλπους της βρετανικής κοινωνίας, που μπορεί να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

*Δημήτρης Ραπίδης, από το Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ.