Η Τουρκία απειλεί, η Ελλάδα κατευνάζει: Που μπορεί να οδηγήσει αυτή η ανισορροπία;


Είναι κοινός τόπος η διαπίστωση πως η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν κλιμακώνει την επιθετική και διεκδικητική δραστηριότητά της στην ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο και το Αιγαίο. Δεν αρκείται σε φραστικές απειλές. Προβαίνει και σε ενέργειες για να δηλώσει ότι αυτό που λέει μπορεί να το κάνει. Ο Τούρκος πρόεδρος θέλει τη χώρα του περιφερειακή υπερδύναμη που να διεκδικεί ουσιαστικό ρόλο σε όσες αλλαγές συμβαίνουν. Κυρίως στα ενεργειακά ζητήματα, που είναι στην πρώτη γραμμή του διεθνούς ενδιαφέροντος.
Η σημερινή τουρκική ηγεσία αντιλαμβάνεται καλά τη σημασία του ενεργειακού πολέμου διεθνώς και την αξία που έχει η περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, είτε για τη μεταφορά ενέργειας στην Ευρώπη είτε για τον ενεργειακό πλούτο της που μπορεί να καταστεί εκμεταλλεύσιμος.
Για τον Ερντογάν είναι ευκαιρία να αναβαθμιστεί διεθνώς. Κατά συνέπεια, έχει μακροπρόθεσμη στρατηγική και αυτό που κάνει τώρα δεν είναι τίποτε άλλο από κινήσεις τακτικής για την υλοποίηση του στρατηγικού στόχου του.
Στο πλαίσιο αυτό, το καίριο ερώτημα είναι «τι κάνουμε εμείς;». Συμμετέχουμε στο ΝΑΤΟ, το οποίο υποτίθεται μας προστατεύει από κάθε εξωτερική απειλή, πλην αυτής που προέρχεται από τα ίδια τα μέλη του. Και η Τουρκία είναι σημαίνον μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Αρα από εκεί δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε ουσιαστικό. Συμμετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά αυτή είναι αδύναμη να προστατεύσει τον ίδιο της τον εαυτό. Μόνο από ορισμένες χώρες της Ε.Ε. μπορούμε να προσδοκούμε ενδεχόμενη στήριξη.
Είμαστε σύμμαχοι με τις ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον θα σπεύσει να μας βοηθήσει έναντι του Ερντογάν, ιδιαίτερα με πρόεδρο τον Τραμπ. Οι ΗΠΑ μπορούν να μας εγκαταλείψουν με την ίδια ευκολία με την οποία φραστικά μας στηρίζουν.
Εχουμε συνάψει ορισμένες συμμαχίες στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και αυτές στην κρίσιμη στιγμή δεν είμαστε βέβαιοι ότι θα λειτουργήσουν. Αντιμετωπίζουμε κίνδυνο πολέμου; Αν και δεν αποκλείεται ποτέ, δεν είναι του παρόντος.
Ο κίνδυνος για μας είναι να οδηγηθούμε, έπειτα από λαθεμένες εκτιμήσεις και κινήσεις, σε μια διαπραγμάτευση παρά τη θέλησή μας, στην οποία τον αποφασιστικό λόγο θα έχουν οι γείτονες. Αυτό οφείλει να εξετάσει και να αποτρέψει η πολιτική ηγεσία της χώρας πριν να είναι αργά.