Η δημοκρατική κοινωνία απαιτεί δικαιοσύνη στη δίκη για τη Χρυσή Αυγή


Μάλλον μέχρι και αυτή τη στιγμή δεν είναι εντελώς σαφές, ούτε έχει συναφθεί κάποια αδιαμφισβήτητη και ομόθυμη σύμβαση για το αν μια δεκαετία ξεκινάει το έτος 0 ή το έτος 1. Μικρή σημασία, όμως, έχει. Η κατάτμηση του χρόνου είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Ο χρόνος δεν τελειώνει. Εμείς τελειώνουμε.

Αυτό, λοιπόν, που έχει πραγματική σημασία είναι το πώς υπάρχουμε εντός του, πως τον αξιοποιούμε, πως τοποθετούμαστε στα μεγάλα διακυβεύματα που φέρουν στοιχεία ιστορικότητας, τόσο με την έννοια της μνήμης, όσο και του μέλλοντος. Η επανεισβολή του φασισμού από το βάλτο της ιστορίας και η αξίωση του να επανορίσει το ανθρώπινο, συρρικνώνοντας το τόσο δραματικά ώστε να μυρίζει τρόμο, είναι ένα τέτοιο.

Η ελληνική κοινωνία στο υπερδεκαετές μοιρολόι της κρίσης, σημαδεύτηκε από την άνοδο της ακροδεξιάς. Είδε μια χούφτα ξιπασμένων φυρερίσκων, νοσταλγών του ναζιστικού εφιάλτη, φιλοχουντικών, ρατσιστών και μαφιόζων του κοινού ποινικού δικαίου να γιγαντώνεται, να μπαίνει στο Κοινοβούλιο φορώντας γραβάτα και να κρατάει σφιχτά το μαχαίρι για τις εφόδους θανάτου στον Άγιο Παντελεήμονα, τα Πετράλωνα, το Κερατσίνι, το Πέραμα. Πλήρωσε έναν ασήκωτο φόρο αίματος, θρηνώντας ανθρώπους που δολοφονήθηκαν, τραυματίστηκαν, κακοποιήθηκαν από τα μέλη της Χρυσής Αυγής.

Το γεγονός ότι μπορέσαμε το βράδυ της 7ης Ιουλίου να αναθαρρήσουμε με την αδυναμία εισόδου της ναζιστικής οργάνωσης στη Βουλή και τα ενοικιαστήρια που έμπαιναν στα γραφεία της το ένα μετά το άλλο, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο και καθόλου άκοπο. Ήταν το αποτέλεσμα της αποφασιστικής δράσης του αντιφασιστικού κινήματος στους δρόμους και τις γειτονιές, της τεκμηριωμένης και μεθοδικής προσπάθειας που έγινε στη δίκη της Χρυσής Αυγής για να αποκαλυφθεί ο εγκληματικός χαρακτήρας της οργάνωσης, της θαρραλέας και θυσιαστικής στάσης που επέδειξαν οι επιζώντες της ναζιστικής βίας και οι οικογένειες των θυμάτων.

Αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα είναι που επιχείρησε να ακυρώσει, φτύνοντας κατάμουτρα την εργασία μιας σειράς επαγγελματιών, το πένθος των ζωντανών και τη μνήμη των νεκρών, η εισαγγελέας της δίκης. Η Αδαμαντία Οικονόμου σ’ αυτά τα τεσσερισήμισι χρόνια που μόνο σα νερό δεν κύλησαν, είχε εκπέμψει σήματα ανησυχίας. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υπήρξε από αδιάφορη και υποτονική έως φανερά μεροληπτική προς την πλευρά των κατηγορούμενων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Ηλίας Κασιδιάρης στην προκλητικότατη απολογία του δήλωσε ότι δε θα απαντήσει στις ερωτήσεις του αναπληρωτή εισαγγελέα Στέλιου Κωσταρέλλου. Μ’ αυτόν είχε πρόβλημα, όχι με την εισαγγελέα. Το «καλύτερο», όμως, η Αδαμαντία Οικονόμου το φύλαγε για το τέλος. Οσο ψυλλιασμένος και αν ήταν κάποιος, η εισαγγελική πρόταση ήταν κεραυνοβόλημα.



Αγνόησε επιδεικτικά τον όγκο των στοιχείων που εισφέρθηκαν στη διαδικασία, αμφισβήτησε τις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων, ταυτίστηκε σε πολλά σημεία με την επιχειρηματολογία της Χρυσής Αυγής και κατέληξε προτείνοντας την καταδίκη μόνο του Ρουπακιά για την δολοφονία του Παύλου Φύσσα παραμερίζοντας το τάγμα της Νίκαιας, υποβάθμισε τις κατηγορίες για τις επιθέσεις στους Αιγύπτιους αλιεργάτες και τα μέλη του ΠΑΜΕ μετατρέποντας τες από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βαριά, επικίνδυνη ή απλή σωματική βλάβη και σκανδαλωδώς πρότεινε την απαλλαγή των κατηγορούμενων από την κατηγορία της ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης. Στην ουσία έβγαλε λάδι την ηγεσία της Χρυσής Αυγής, λειτουργώντας σαν ένα αναπάντεχο πλυντήριο της ακροδεξιάς.

Η εισαγγελική πρόταση στη δίκη της Χρυσής Αυγής, ήρθε να υπογραμμίσει ενοχλητικά – με την ανατριχίλα ενός μολυβιού που κοπανιέται μανιασμένα στον πίνακα – την έντονη ασυμμετρία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Να αναμοχλεύσει τους φόβους για την ποιότητα, την κατάρτιση, τις αξιακές αναφορές,  τα συμφέροντα που εκπροσωπούν και την αλαζονική αίσθηση καμίας λογοδοσίας που διαπνέει ορισμένους δικαστικούς λειτουργούς. Στο πολύ πρόσφατο ιστορικό της ελληνικής δικαιοσύνης υπάρχουν τερατώδεις αποφάσεις που έκοψαν μονομιάς το δεσμό εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Για παράδειγμα μια καθαρίστρια μπορεί να καταδικάζεται στην πιο σκληρή ποινή επειδή προσκόμισε λάθος χαρτιά στην υπηρεσία της αλλά να αποφυλακίζονται με φαιδρές δικαιολογίες άνθρωποι που καταχράστηκαν δημόσιο χρήμα ή δολοφόνοι έφηβων παιδιών, οι δολοφόνοι του Ζακ Κωστόπουλου μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθεροι και να διαπράττουν νέα εγκλήματα αλλά η Ηριάννα και ο Περικλής ταλαιπωρήθηκαν μήνες στη φυλακή για τις κοινωνικές τους συναναστροφές, ο επιχειρηματίας που σκότωσε δυο ανθρώπους με το σκάφος του να πηγαίνει σπίτι του αλλά ο αναρχικός που αποπειράθηκε να αφαιρέσει προϊόντα από κατάστημα να πηγαίνει για έξι μήνες σχεδόν στη φυλακή, οι βιαστές να αθωώνονται αλλά οι γυναίκες που αμύνθηκαν στην έμφυλη βία να τιμωρούνται. Εξάλλου, ήταν η ίδια η κυρία Οικονόμου που επέμενε στην καταδίκη του Τάσου Θεοφίλου χωρίς στοιχεία αλλά χαρακτήρισε «μεμονωμένο γεγονός» τη δολοφονία του Πακιστανού εργάτη Σαχζάτ Λουκμάν. 

Είναι, βέβαιο, δυστυχώς ότι εντός του δικαστικού σώματος δραστηριοποιούνται λειτουργοί που εμφορούνται από ιδεολογίες σύμφυτες ή συγγενικές προς τον πυρήνα της ακροδεξιάς, που οι αποφάσεις τους ζέχνουν ρατσισμό, σεξισμό, ομοφοβία και ταξικότητα, που πολώνονται πάντα με την πλευρά της εξουσίας και εκδικούνται τα πιο ευάλωτα κομμάτια της κοινωνίας. Το κάνουν γιατί μπορούν. Γιατί αποτελούν έναν βασικό και συχνά ανέγγιχτο από τη δαγκάνα των ευθυνών, πυλώνα του κράτους.

*popaganda