RIP Kobe Bryant: Ένας υπερήρωας του παγκόσμιου αθλητισμού


Tο μπάσκετ ξεκίνησε μόλις στα 80s (με την καθοριστική συμβολή ενός ακόμη προσφάτως μακαρίτη, του Ντέιβιντ Στερν) να γίνεται θέαμα παγκόσμιας απεύθυνσης. Το ΝΒΑ έχτισε την αυτοκρατορία του πάνω στην επική αντιπαλότητα δύο ομάδων/πόλεων/κόσμων εκ διαμέτρου αντίθετων, Σέλτικς εναντίον Λέικερς. Μετά το – υποτιμημένο ιστορικά – repeat των Ντιτρόιτ Πίστονς, στο ξημέρωμα των 90s, η σκυτάλη πέρασε στα χέρια του Τζόρνταν. Από εκεί κι έπειτα ξεκινά η εποχή που το ΝΒΑ αρχίζει να αποκτά την αίγλη που ως προϊόν απολαμβάνει ως σήμερα.
Όμως, μεσολάβησε μία αρκετά μυστήρια, σκοτεινή περίοδος. Το 1998 ο MJ αποσύρεται για δεύτερη φορά και οι Μπούλς σβήνουν. Καλές ομάδες που θα μπορούσαν να τους αντικαταστήσουν υπάρχουν πολλές. Τίποτα όμως δεν μπορεί να ισορροπήσει την απώλεια του κορυφαίου παίχτη που πάτησε ποτέ το πόδι του σε παρκέ.
Η αποχώρηση του Τζόρνταν, συμπίπτει με τη διαμάχη παιχτών-ιδιοκτητών για τη νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταλήγει σε lock out και την κουτσουρεμένη σεζόν 50 αγώνω του 1998-99. Η λίγκα που αυξάνει εκθετικά τα κέρδη και το εκτόπισμά της για πάνω από μια δεκαετία, ξαφνικά χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Ανάμεσα στα δεινά εκείνου του καλοκαιριού, υπάρχει μια λεπτομέρεια που τελικά θα αλλάξει τα πάντα. Ο Φιλ Τζάκσον μετακομίζει από το Σικάγο αφήνοντας για legacy τη μεγαλύτερη δυναστεία στη σύγχρονη ιστορία του αθλήματος και κατηφορίζει στο Λος Άντζελες για να βρει τον πιο κυρίαρχο ψηλό της λίγκας κι έναν φοβερά ταλαντούχο, αλλά και φοβερά επιπόλαιο, 20χρονο γκαρντ που ως σωματοδομή είναι σαν τον Τζόρνταν σε φωτοτυπία. 
Θα χρειαστεί μονάχα μια σεζόν στον Zen Master για να πάρει δαχτυλίδι με τους Λέικερς. Shaq και Kobe γίνονται ένα από τα πιο φονικά δίδυμα ever, ισοπεδώνοντας το σύμπαν για μια τριετία (αφού πρώτα οι διαιτητές έσφαξαν ξεδιάντροπα το Σακραμέντο στους τελικούς της Δύσης το 2002) φτάνοντας στην κατάκτηση 3 σερί τίτλων. Μαζί με τη νέα δυναστεία, ο Φιλ Τζάκσον προσφέρει στο παγκόσμιο μπάσκετ τον διάδοχο του Τζόρνταν. Τον άνθρωπο που μέσα στα επόμενα χρόνια έκανε ακριβώς ό,τι χρειαζόταν για να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς κι ακόμα πιο φανατικούς haters.
Μετά το θρι-πιτ, ο κόμπι έδιωξε, επί της ουσίας, τον Σακίλ. Κατέληξε να παίζει για κάποια χρόνια με παίχτες σαν τον Σμους Πάρκερ που κόσμησε το Αλεξάνδρειο για ένα φεγγάρι, τον Σασα Βούγιασιτς που έπαιζε γιατί ο κόμπι ήθελε κάποιον να εξασκεί τα ιταλικά του, κάτι ψηλούς σαν εκχιονιστικά, όπως ο Κρις Μιμ, και πάει λέγοντας. Μία από αυτές τις χρονιές ο Mamba έκανε Εκείνο Το Ματς με το Τορόντο όπου έγραψε 81 (ολογράφως «ογδονταένα») πόντους. Είναι η σεζόν βγήκε πρώτος σκόρερ με 35,4 πόντους μέσο όρο. Στη συνέχεια, εκβίασε ότι θα φύγει, ήταν ήδη έτοιμος να πάει στο Σικάγο αλλά μια ανταλλαγή που ακύρωσε ο κομισάριος Στερν για δήθεν λόγους δημιουργίας αθέμιτου ανταγωνισμού (γελάει ο κόσμος), έφερε στο πλάι του αντί για τον Κρις Πολ, τον τεράστιο Πάου Γκασόλ. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμα δύο τίτλοι στο τέλος της περασμένης δεκαετίας, εκ των οποίων ο τελευταίος απέναντι στους Σέλτικς το 2010 έμελλε να είναι ο πιο γλυκός και μακράν ο πιο επικός από τους 5 που κατέκτησε ο Black Mamba. Στη συνέχεια – χωρίς να το θέλει φυσικά- παρέδωσε τα σκήπτρα στον επόμενο που θα κουβαλήσει τη λίγκα στις πλάτες του: τον βασιλιά Λεμπρόν. Τον άνθρωπο που σήμερα αγωνίζεται στην ομάδα του, τους Λείκερς, και στον οποίο αφιέρωσε το τελευταίο tweet πριν μπει στο ρημάδι το ελικόπτερο.
Δύσκολα μπορείς να πείσεις κάποιον που έζησε στην εποχή ενός μεγάλου αθλητή, μουσικού, ηθοποιού, σκηνοθέτη, συγγραφέα, ότι κάποιος άλλος, από μια άλλη εποχή, προγενέστερη ή μεταγενέστερη, είναι ο καλύτερος όλων των εποχών. Γιατί το βίωμα δεν μπαίνει σε ζυγαριά, ούτε – όσον αφορά τα σπορ – οι αριθμοί μπορούν να κρίνουν το αποτέλεσμα υπέρ του ενός ή του άλλου.  
Κάποιος που γεννήθηκε στις αρχές του ’80, δεν συζητά πως ο Μαραντόνα είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής ever. Το ίδιο κάποιος που γεννήθηκε στις αρχές του ‘90 δεν διαννοείται πως υπάρχει καλύτερος από τον κόμπι ή τον Λεμπρόν και φυσικά, οι σημερινοί έφηβοι μάλλον θα πλακώνονται με τα μελλοντικά παιδιά τους όταν θα ισχυρίζονται πως δεν υπήρξε ποτέ κανένας ανώτερος από τον Αντετοκούνμπο ή τον Ντόντσιτς.
Για τον λόγο αυτό, ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων που αγαπούν το μπάσκετ, από χθες δεν δακρύζουν απλά για έναν πολύ καλό παίχτη. Δακρύζουν για τα βιώματα που τους πρόσφερε ο καλύτερος όλων τότε που άρχισαν να αποκτούν επαφή με το άθλημα. Από χθες, δακρύζουν αυτοί που ξεκίνησαν να παίζουν αλλά κι αυτοί που ξεκίνησαν απλά να βλέπουν, όταν ο Κόμπι παγίωσε την κυριαρχία του στα 00s.
Ο άνθρωπος που χάθηκε χθες, στα 41 του και στο πλάι της 13χρονης κόρης του, έφυγε ξαφνικά προκαλώντας ένα αίσθημα απώλειας, που όμοιο του δεν έχει υπάρξει στο παγκόσμιο μπάσκετ, από την αποφράδα μέρα του θανάτου του Ντράζεν Πέτροβιτς. Το ΝΒΑ που σταδιακά περνά στα χέρια των ευρωπαίων superstars, έχασε τον πρώτο πραγματικό πγκόσμιο πρεσβευτή του. 

Ένα τύπο που μεγάλωσε στην Ιταλία των 80s, συνδύασε την τακτική προσήλωση και την άμυνα με το playground mentality των γειτονιών της Νότιας Φιλαδέλφεια. Έναν άνθρωπο που δίδαξε την αγάπη και την αφοσίωση στο άθλημα, όσο κανένας άλλος.    
*Δημήτρης Καραμάνης, popaganda